Μοναδική σέ ὡραιότητα καί βάθος ἡ
παραβολή τοῦ Ἀσώτου. Εἶναι ἐξαιρετικά πλούσια σέ νοήματα. Μέσα της ἡ παραβολή αὐτή
περικλείει ὅλο τό ἀνθρώπινο δράμα καί ὅλο τό θεῖο μεγαλεῖο. Τήν ἀβυσσαλέα ἀνθρώπινη
πτώση ἀλλά καί τήν ἄπειρη θεία ἀγάπη. Ἀσχολεῖται μέ τόν ἄνθρωπο στήν πιό
τραγική του κατάσταση. Τήν ὥρα ἀκριβῶς πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό.
Ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου εἶναι ἡ
περιπέτεια ἑνός νέου ἀνθρώπου πού ἐγκαταλείπει τό πατρικό του σπίτι καί φεύγει
μακριά. Ἀναχωρεῖ γιά τή μακρινή χώρα. Παίρνει τόν δρόμο πρός τή χώρα τῆς δῆθεν
εὐτυχίας, ὅπου περιμένει νά βρεῖ καί νά ἀπολαύσει ἀνεμπόδιστα τήν ἡδονή. Φεύγει
ἀναζητώντας τό μεθυστικό κρασί τῆς χαρᾶς καί πιστεύει πώς ἔτσι θά ἀποκτήσει τήν
πλήρη ἐλευθερία του.
Καί ἐκεῖ, στή μακρινή χώρα,
διασκορπίζει τό μερίδιο τῆς πατρικῆς περιουσίας πού ἔλαβε, ζώντας μία ζωή ἐντελῶς
ἄσωτη. Πραγματική εὐτυχία στήν ἁμαρτία, ὅμως, ποτέ δέν ὑπάρχει. Δίχως Θεό ἡ ζωή
εἶναι γεμάτη ταραχή καί φόβο, καταντᾶ ἄθλια, μουντή καί ἄχαρη. Ἡ νομιζόμενη εὐτυχία
μετετράπη τελικά σέ πραγματική δυστυχία.
Φτάνει κάποια στιγμή στόν ἔσχατο
ξεπεσμό. Ἐκεῖ πού κατέφυγε, ἔπεσε πεῖνα μεγάλη. Καί ἀπομένει ξένος, μόνος,
φτωχός, γυμνός, πεινασμένος, διψασμένος, ἐγκαταλελειμμένος ἀπό ὅλους,
στερημένος ἀπό ὅλα. Ἔτσι καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος δίχως Θεό. Στήν ἄθλια αὐτή
κατάσταση κατάντησε νά γίνει χοιροβοσκός καί νά προσπαθεῖ νά γεμίσει τήν κοιλιά
του μέ τίς χοιροτροφές. Καί τί τραγική εἰρωνία! Γευόταν τά ξυλοκέρατα καί ὁ ἴδιος,
τά ὁποῖα στήν ἀρχή εἶναι γλυκά καί μετά γίνονται στυφά, ὅπως καί ἡ κάθε ἁμαρτία.
Ζώντας αὐτό τό φοβερό κατάντημα,
κάποτε συνέρχεται, συγκολονίζεται καί μετανοεῖ. Θυμήθηκε ὅλα τά καλά πού εἶχε
καί ἔχασε. Καί ἀποφασίζει νά ἐπιστρέψει στό πατρικό του σπίτι. Νοστάλγησε
κυρίως τήν ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Αὐτή τόν συγκινεῖ καί τόν κάνει νά ἐπιστρέψει.
Προσέξτε, παρακαλῶ, μία μεγαλειώδη
σκηνή. Καθώς ἐπιστρέφει, ἐνῶ ἀκόμη ἦταν ἀρκετά μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέρας του.
Μά ποῦ ἤξερε ὅτι θά ἐπιστρέψει τότε καί τόν περίμενε καί τόν εἶδε ἀπό μακριά;
Μά τόν περίμενε πάντα! Ἀπό τήν ὥρα πού ἔφυγε. Αὐτό εἶναι κάτι τό καταπληκτικά
συγκινητικό. Τόν ἀνέμενε συνεχῶς. Ἤλπιζε στήν ἐπιστροφή του. Ὁ πατέρας ποτέ δέν
ἔπαψε νά ἐλπίζει, νά ἀναμένει, νά προσδοκᾶ, νά παρατηρεῖ τόν δρόμο. Βλέπει ἀπό
μακριά τό παιδί του. Χαίρεται ἀφάνταστα. Δέν θύμωσε. Δέν τοῦ κράτησε κακία. Τόν
εὐσπλαγχνίστηκε. Καί «δραμών ἐπέπεσεν ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ καί κατεφίλησεν αὐτόν».
Ὄχι μόνο πῆγε πρός αὐτόν, ἀλλά ἔτρεξε πρός αὐτόν. Αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία. Δέν
περίμενε καθόλου νά τόν ἀκούσει. Δέν τόν ἄφησε νά μιλήσει. Δέν περίμενε νά τόν
δεῖ νά γονατίζει καί νά ζητᾶ συγγνώμη. Τόν ἅρπαξε καί τόν ἀγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά
τόν ἀγκάλιασε, ἀλλά τόν σφιχταγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν φίλησε, ἀλλά τόν
«κατεφίλησε», τόν γέμισε δηλαδή φιλιά.
Εἶναι θαυμάσια καί πολύ συγκινητική αὐτή
ἡ εἰκόνα καί θά πρέπει νά τή θυμόμαστε καλά. Εἶναι πολύ διδαχτική. Ὁ ἄσωτος, ὁ ἀσεβής,
ὁ φταίχτης σφιχταγκαλιάζει καί κατασπάζεται ἀπό τόν στοργικό πατέρα του. Ὁ
θαυμάσιος πατέρας δέν τόν ἐξουδενώνει καί δέν τόν ἐξευτελίζει. Μόνο τόν ἀγκαλιάζει
καί τόν φιλᾶ μέ ὅλη τήν πατρική στοργή του καί τρυφερότητα. Αὐτή εἶναι ἡ μόνιμη
στάση τοῦ οὐράνιου πατέρα μας. Ὁ Θεός μας εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαγχνίας,
τοῦ ἐλέους, τῶν οἰκτιρμῶν, τῆς ἀγαθότητας, τῆς φιλανθρωπίας. Δέν ἐκδικεῖται
ποτέ, δέν τιμωρεῖ, δέν μᾶς κρατᾶ κακία, δέν θυμώνει. Ἀναμένει τή μετάνοια ὅλων,
δίνει εὐκαιρίες, ἐλπίζει καί προετοιμάζει τήν ἐπιστροφή μας, σεβόμενος πάντα
τήν ἐλευθερία πού ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωσε. Εἶναι ἕνα πέλαγος ἀγάπης ὁ Θεός καί θέλει ὅλους
νά μᾶς σώσει. Εἶναι πάντοτε μαζί μας, ἔστω κι ἄν ἐμεῖς συχνά Τόν ἐγκαταλείπουμε
καί φεύγουμε μακριά Του.
Ἡ ἐξαίσια αὐτή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ-Πατέρα,
πού πάντοτε μᾶς ἀναμένει, δίνει πράγματι μεγάλη παρηγοριά καί ἐλπίδα σέ ὅλους
τούς ἁμαρτωλούς.
Καί ἐνῶ ὁ μετανοημένος ἄσωτος, μέσα
στήν ἀγκαλιά καί τούς ἀσπασμούς τοῦ πατέρα του, συντρίβεται κυριολεκτικά ἀπό
τήν ἀγάπη πού τοῦ δείχνει, ἐκεῖνος ἔδωσε ἀμέσως τήν ἐντολή στούς δούλους του νά
φέρουν τήν πρώτη στολή καί νά ντύσουν τό παιδί του. Καί ἀκόμη νά ἑτοιμάσουν
πλούσιο καί πανηγυρικό τραπέζι γιά νά χαροῦν καί νά εὐφρανθοῦν ὅλοι, διότι τό
παιδί του αὐτό «νεκρό ἦν, καί ἀνέζησε, ἀπολωλός ἦν, καί εὑρέθη».
Τό προσφερόμενο δεῖπνο εἶναι ἔκφραση
χαρᾶς γιά τή σωτηρία μίας ψυχῆς. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει πώς ὁ Θεός
θυσίασε τόν Υἱό Του στόν σταυρό γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
Ὁ Ἄσωτος πού μετενόησε μᾶς παρακινεῖ
μέ τό παράδειγμά του στόν ὡραῖο δρόμο τῆς γλυκιᾶς ἐπιστροφῆς στό πατρικό σπίτι.
Ἐκεῖ στήν ξενιτειά ἔζησε ἕνα μαρτύριο τελικά. Πῆρε καλά τό μάθημά του. «Ἔσπασε»
τά μοῦτρα του, δυσκολεύτηκε, στενοχωρέθηκε, ἀπογοητεύθηκε, προδόθηκε καί τελικά
ταπεινώθηκε. Γιά ἀλλοῦ ξεκίνησε καί ἀλλοῦ βρέθηκε. Ἄλλα προσδοκοῦσε καί ἄλλα βρῆκε.
«Ζήτησε» τή χαρά, ἀλλά ἔφθασε νά πεῖ «πεθαίνω ἀπό τήν πείνα». Ἡδονή ζητοῦσε καί
ὀδύνη συνάντησε. Τήν ἐλευθερία ζητοῦσε καί τήν σκλαβιά γεύθηκε. Ἀποκαρδιωμένος
καί ἀπεγνωσμένος καθώς ἦταν πῶς κατάφερε νά ἀναστηθεῖ; Τόν ἔσωσε ἡ μνήμη τῆς ἀθωότητας
τῶν παιδικῶν του χρόνων, ἡ ὀμορφιά, ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ
του, ἡ μεγάλη καρδιά τοῦ πολυεύσπλαγχνου πατέρα του. Δέν τόν ἐγκατέλειψε ποτέ ὁ
πατέρας του. Ἕνα βῆμα νά κάνουμε καί ἐμεῖς πρός τόν Θεό, Ἐκεῖνος θά κάνει δέκα
γιά νά μᾶς προλάβει. Εἶναι ἀπαραίτητο, ὅμως, νά κάνουμε ἐμεῖς αὐτό τό πρῶτο βῆμα,
νά Τοῦ δείξουμε ὅτι Τόν θέλουμε κύριο τῆς ζωῆς μας, ἀγαλλίαμα τῆς καρδιᾶς μας.
Εἶναι εὐτύχημα πού ἔχουμε ἕναν Πατέρα
πού συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας. Ὁ Θεός, ὁ στοργικός πατέρας, πάντα περιμένει
καρτερικά καί συγχωρεῖ. Ὅποιοι κι ἄν εἴμαστε, ὅτι κι ἄν εἴμαστε, ὅπου καί νά
φθάσαμε, καί στό χεῖλος τῆς ἀβύσσου νά πέσαμε, μή χάσουμε ποτέ ἀπό μπροστά ἀπό
τά μάτια μας τή συγκινητική εἰκόνα τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Ἀσώτου στήν ἀγκαλιά τοῦ
πατέρα του, νά τόν σφιχταγκαλιάζει καί νά τόν καταφιλᾶ. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία
κηρύττει καί μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, δέν μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεός ἔχει
ἀγάπη, ἀλλά μᾶς λέει ὅτι αὐτό πού εἶναι ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅτι ὁ τρόπος μέ
τόν ὁποῖο εἶναι ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀγάπη!
Μποροῦμε νά γυρίσουμε, λοιπόν, μέ ἐμπιστοσύνη
στόν Πατέρα, ἀφοῦ Αὐτός εἶναι πού ἐπιθυμεῖ νά μᾶς σώσει. Αὐτός εἶναι πού δέν
ζητάει ἀπό ᾿μᾶς παρά μόνο ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται σ᾿ ἕνα βιβλίο («Ἐκκλησιαστής»)
τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Υἱέ μου, δός μου τήν καρδιά σου· ὅλα τά ἄλλα θά σοῦ τά
δώσω ἐγώ».
Σχόλιο στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς
παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου
Ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου ἐκπέμπει ἕνα
προσωπικό μήνυμα πρός τόν καθένα μας. Ὁ ἄσωτος υἱός εἶναι ὁ δίδυμος ἀδελφός
μας. Λίγο-πολύ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κρύβουμε μέσα μας ἕναν Ἄσωτο. Ἄλλος λιγότερο
καί ἄλλος περισσότερο τόν ἔχουμε μιμηθεῖ ἤ θέλουμε νά τόν ἀκολουθοῦμε στήν ἀνταρσία
του.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ
ἐνοχλεῖ καί καταπιέζει. Ἡ ἀπομάκρυνση ὅμως ἀπό τόν Θεό ἔχει τίς συνέπειές της
στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Τά θλιβερά ἀποτελέσματα τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου, πού
θέλει νά τήν ὀνομάζει ἐλευθερία, διεκτραγωδοῦνται στήν δεύτερη Εὐαγγελική
περικοπή τῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου, στήν τόσο παραστατική παραβολή τοῦ Ἀσώτου. Ἀλλά
ἐδῶ παρουσιάζεται μέ ἐντυπωσιακά συγκινητικό τρόπο καί ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ
Πατέρα, μέ τήν πάντα ἀναμένουσα ὁλάνοιχτη ἀγκαλιά στό κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ Του.
Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, πού μετανοεῖ καλεῖται
νά ἐπαναπροσδιορίσει τή ζωή του. Ἡ μετάνοια εἶναι στάση καί τρόπος ζωῆς,
συνεχές ἔργο τῆς ψυχῆς, πού συνοδεύεται ἀπό τήν ἄσκηση, τόν αὐτοέλεγχο, τήν αὐτομεμψία,
τή νήψη καί τήν προσευχή.
Ἐμεῖς οἱ πιστοί ὀφείλουμε σέ
καθημερινή βάση νά μετανοοῦμε καί νά εὐαρεστοῦμε τόν Θεό. Ὑπάρχει μιά σύντομη
κατανυκτική προσευχή, πού εἶναι καλό νά τήν μάθουμε καί νά τήν ἐπαναλαμβάνουμε
συχνά.
«Ἥμαρτον εἰς Σέ Σωτήρ, ὡς ὁ ἄσωτος υἱός.
Δέξαι με, Πάτερ, μετανοοῦντα καί ἐλέησόν
με ὁ Θεός.
Τοῦ Τελώνου τῇ φωνῇ κράζω Σοι, Χριστέ
Σωτήρ,
ἱλάσθητί μοι ὥσπερ ἐκείνῳ καί ἐλέησόν
με ὁ Θεός».
Ὅταν τή θυμόμαστε κατά τή διάρκεια τοῦ
εἰκοσιτετραώρου καί τήν ψιθυρίζουμε μέ τήν πρέπουσα συναίσθηση, θά βοηθηθοῦμε
πολύ στόν πνευματικό ἀγώνα μας κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
«Δίχως τό περπάτημα τῆς ὁδοῦ τῆς
μετανοίας, ἄλλος δρόμος δέν ὑπάρχει πού νά μᾶς ὁδηγεῖ στή σωτηρία», γράφει κάπου ὁ ἅγος Θεόληπτος
Φιλαδελφείας (13ος-14ος αἰ.). Καί τόν δρόμο αὐτό ὀφείλουμε νά τόν περπατήσουμε ὅλοι
μας.