Στήν Εὐαγγελική παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου
βλέπουμε δύο ἀνθρώπους πού ἐκπροσωποῦν ὅλο τόν χριστιανικό κόσμο: ὁ πρῶτος, ὁ
Φαρισαῖος, εἶναι ἐκεῖνος πού πιστεύει ὅτι θά σωθεῖ μέ τήν δῆθεν ἀρετή του καί ὁ
δεύτερος, ὁ Τελώνης, εἶναι ἐκεῖνος πού περιμένει τή σωτηρία του ἀπό τόν Θεό· ὁ
πρῶτος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει μεγάλη γνώμη γιά τόν ἑαυτό του καί ὁ δεύτερος
εἶναι ἐκεῖνος πού ἀναγνωρίζει τήν ἁμαρτωλότητά του καί μετανοεῖ γιά τίς
ἁμαρτίες του. Ὁ πρῶτος δικαιώνει τόν ἑαυτό του καί καταδικάζει τούς ἄλλους· ὁ
δεύτερος ἀφήνει τόν ἑαυτό του καί τή δικαίωσή του στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ συντετριμμένος Τελώνης ἔχει συνείδηση τοῦ τί εἶναι.
Καί ξέρει ἀκόμη, πώς γι᾿ αὐτό πού εἶναι, ἀποκλειστικός ὑπεύθυνος εἶναι ὁ ἴδιος.
Ξέρει πώς εἶναι μάταιη ἡ ἀναζήτηση ἐλαφρυντικῶν γιά ὅσα ἀνομήματα ἔχει
διαπράξει. Καί γι᾿ αὐτό οὔτε κἄν ἐπιχειρεῖ νά δικαιολογήσει τά κίνητρα τῶν
πράξεών του. Γνωρίζει πώς εἶναι ἕνας ἀκάθαρτος, πού μπαίνει στόν πιό καθαρό
χῶρο. Προτοῦ ἀνεβεῖ στόν ναό, κατέβηκε στά βάθη τῆς ψυχῆς του, εἶδε τήν
ἁμαρτωλότητά του. Ἀντιλαμβάνεται τήν πτώση του, ἀναγνωρίζει τήν ἐλεεινότητά του
καί ζητᾶ ἔλεος καί βοήθεια ἀπό τόν Δημιουργό Του. Δέν προσπαθεῖ νά
δικαιολογήσει τόν ἑαυτό του, ἀναγνωρίζει τήν ἐνοχή του. Νοιώθει ἀνάξιος νά
σταθεῖ μπροστά στόν Θεό καί νά συνομιλήσει μαζί Του. Καί ξέροντας ὅλα αὐτά
προσέρχεται ταπεινά καί στέκεται παράμερα. Δέν προχωρᾶ στόν κυρίως ναό, πού
εἶναι κοντά στό ἱερό καί στό θυσιαστήριο, ἀλλά στέκεται στόν πίσω χῶρο μέ
σκυμμένο τό κεφάλι, μέ τό βλέμμα στραμμένο στό ἔδαφος, στό χῶμα τῆς γῆς, χωρίς
νά τό ἀνυψώνει πρός τόν οὐρανό. Μάλιστα χτυπάει τό στῆθος του, ὅπου
περικλείεται ἡ ἁμαρτωλή καρδιά του, κλαίει μέ δάκρυα καυτά καί λέει μέ σπαραγμό
ψυχῆς: «Κύριε, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ἡ προσευχή του εἶναι μιά ἐναγώνια
παράκληση εὐσπλαγχνίας. Ζητᾶ μόνο τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τίποτα περισσότερο. Καί
τό δράμα τῆς ψυχῆς του βρίσκει τή λύση του μέ τή λυτρωτική ἐκείνη φράση «Θεέ
μου, συγχώρεσέ με τόν ἁμαρτωλό». Καί λυτρώνεται.
Ὁ Φαρισαῖος ἐνσαρκώνει τήν ὑπερηφάνεια σέ ὅλη τήν
κυνική προκλητικότητά της. Ἡ προσευχή του δέν ἦταν προσευχή πρός τόν Θεό, ἀλλά
πρός τό εἴδωλό του. Αὐταπατᾶται, ἀγνοώντας τήν τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ὕπαρξης.
Ἀγνοεῖ τό χάος πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἀναμάρτητο.
Αὐτοδικαιώνεται. Καί ζεῖ σέ τέτοια ψευδαίσθηση, ὥστε τολμᾶ νά περιαυτολογεῖ
ἀπροκάλυπτα καί μπροστά στόν παντογνώστη Θεό, πού τόν γνωρίζει καλύτερα, παρ᾿
ὅσο ὁ ἴδιος γνωρίζει τόν ἑαυτό του. Καί πιστεύει πώς δέν ξεγελᾶ μονάχα τούς
ἀνθρώπους μέ μιά ζωή «πρός τό θεαθῆναι», ἀλλά καί τόν Θεό, πού δέν ξεγελιέται.
Τολμᾶ νά ὑψώσει τό ἀνάστημά του μπροστά στόν Δημιουργό τοῦ παντός, ἀκόμα καί
μέσα στόν ἱερό χῶρο τῆς λατρείας Του, καί δέν νοιώθει πώς καί μόνη μιά τέτοια
ἀπόπειρα εἶναι ἀρκετή γιά νά κάνει τόν Θεό νά ἀποστρέψει τό πρόσωπό Του ἀπ᾿ αὐτόν.
Εὐχαριστεῖ τόν Θεό ὄχι ἀπό ἐσωτερική διάθεση καί καθῆκον, ἀλλά γιά νά προσδώσει
περισσότερη ἀξία στόν ἑαυτό του. Ὁ ἐγωισμός του τόν ὁδήγησε σέ τρία μεγάλα
ἀτοπήματα, ὄχι ἀρεστά στόν Θεό. Ὑπερηφανεύθηκε πρῶτα γιά τίς ἀρετές του, πού
δέν ἦταν καί τόσο ἀξιόλογες. Ἔπειτα ὑποτίμησε ὅλους τούς ἄλλους,
χαρακτηρίζοντάς τους «ἅρπαγες, ἄδικους καί μοιχούς» καί στό τέλος κατέκρινε
ἕναν διπλανό του, πού τήν ὥρα ἐκείνη βρισκόταν στόν ἴδιο χῶρο γιά τόν ἴδιο
σκοπό. Εἶπε ἐγωϊστικά: «Κύριε, δέν εἶμαι ἐγώ σάν αὐτόν ἐκεῖ τόν Τελώνη…».
Ὁ Φαρισαῖος καί ὁ Τελώνης δέν ἐξῆλθαν ἀπό τόν ναό ὅπως
εἰσῆλθαν. Ἄλλα περιμέναμε καί ἄλλα ἀκούσαμε. Ὁ ἐνάρετος, ἀλλά ἐγωϊστής
Φαρισαῖος, ὁ ὁποῖος τηροῦσε τά διατεταγμένα τοῦ Νόμου καί τῶν παραδόσεων,
ἐξῆλθε ἀδικαίωτος. Ὁ ἁμαρτωλός, ἀλλά ταπεινός Τελώνης, ἐξῆλθε δικαιωμένος. Τί
ἐκπλήξεις, ἀλήθεια, μᾶς ἀναμένουν…
Ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή ἀφήνει πολλά περιθώρια
γιά περίσκεψη καί προσωπικό προβληματισμό ἀλλά παράλληλα μᾶς ὑποδεικνύει καί
τόν ὀρθό τρόπο προσευχῆς. Τό ἀναγκαῖο καί ἐπαινετό ἔργο τῆς προσευχῆς –πού
εἶναι ἕνα πανίσχυρο πνευματικό ὅπλο, τό ὁποῖο φέρνει τόν προσευχόμενο σέ
ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό– δέν ἐπιδέχεται περιαυτολογίες καί αὐτοεπαίνους. Ἡ
γνήσια καί θεάρεστη προσευχή ἐνσαρκώνεται ἀπό τόν Τελώνη τῆς παραβολῆς, πού μᾶς
προσφέρει ἕνα ἀπό τά πιό ὑπέροχα ὑποδείγματα ἀληθινῆς προσευχῆς. Ὅπως μᾶς
βεβαιώνει ὁ Κύριος, ἡ προσευχή του εἰσακούστηκε ἀπό τόν Θεό. Ὁ Τελώνης κατέβηκε
στό σπίτι του ἀθωωμένος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ τρόπος πού προσευχήθηκε μπορεῖ νά
ἀποτελέσει ὑπόδειγμα καί γιά μᾶς. Νά μᾶς βοηθήσει νά προσευχόμαστε ὅσο γίνεται
πιό σωστά.
Τό πρῶτο στοιχεῖο πού μᾶς ἐπισημαίνει ἡ εὐαγγελική
ἀφήγηση εἶναι ἡ στάση τοῦ Τελώνη. Κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἡ ψυχή συμπράττει
μέ τό σῶμα. Ἡ στάση τοῦ σώματος ἐμπνέει καί βοηθᾶ τήν ψυχή κατά τήν ὥρα τῆς
προσευχῆς. Αὐτό βλέπουμε καί στόν Τελώνη τῆς παραβολῆς. Ὁ Τελώνης στέκεται
μακριά ἀπό τό θυσιαστήριο. Στέκεται διακριτικά. Στέκεται μέ δέος· μέ φόβο Θεοῦ.
Ἡ στάση μας κατά τήν ὥρα πού προσευχόμαστε ἐκφράζει τήν ποιότητα τῆς προσευχῆς
μας. Μιά στάση πού τήν διακρίνει ἡ εὐλάβεια, τό δέος καί ἡ συντριβή βοηθᾶ νά
ἐπικοινωνήσουμε πραγματικά μέ τόν Κύριο.
Τό δεύτερο στοιχεῖο εἶναι τό βλέμμα τοῦ Τελώνη. Ἡ
ταπείνωση ἀποτελεῖ βασική προϋπόθεση τῆς προσευχῆς. Καί ὅταν λέμε ταπείνωση
κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἐννοοῦμε βαθιά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας.
Αὐτή ἡ ταπείνωση σφραγίζει καί τήν προσευχή τοῦ Τελώνη, ὁ ὁποῖος «οὐκ ἤθελεν
οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν ἐπᾶραι»· δέν ἤθελε δηλαδή οὔτε τά μάτια του
νά σηκώσει στόν οὐρανό. Τό σκυμμένο κεφάλι καί τό χαμηλωμένο βλέμμα τοῦ Τελώνη
μαρτυρεῖ τήν ταπείνωση καί τήν συντριβή του, πού μετατρέπεται σέ θερμή ἱκεσία·
σ᾿ ἕνα πύρινο αἴτημα ὁ Θεός νά τόν ἐλεήσει καί νά τόν συγχωρήσει.
Χωρίς ταπείνωση καί χωρίς συντριβή εἶναι ἀδύνατο νά
προσευχηθοῦμε. Ὁ Θεός ἐπιβλέπει «ἐπί τήν προσευχήν τῶν ταπεινῶν» (Ψαλμ. 101,
18). Ἄν προσευχόμαστε μέ ταπείνωση καί συντριβή καρδιᾶς ἑλκύουμε τό ἔλεος τοῦ
Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἰσακούει τήν προσευχή μας. Ἄν προσευχόμαστε μέ αὐτοπεποίθηση
καί κομπασμό, ὁ Θεός ἀπορρίπτει τήν προσευχή μας. Ἀρνεῖται νά δεχθεῖ τήν ἱκεσία
μας.
Τό τρίτο στοιχεῖο εἶναι τό χτύπημα τοῦ στήθους –ἐκεῖ
ὅπου ἐμπερικλείεται ἡ καρδιά μας–, κάτι πού ἔκανε ὁ Τελώνης. Παράλληλα αὐτό
φανερώνει καί τό χρέος μας νά προσευχόμαστε «ἐν τῷ κρυπτῷ», ὅπως ἀλλοῦ συνιστᾶ
ὁ Κύριός μας (Ματθ. 6, 6).
Τέλος, τό τέταρτο στοιχεῖο εἶναι τά λόγια τοῦ Τελώνη.
Ἡ προσευχή πού συνεχῶς ἀπηύθυνε πρός τόν Θεό ἦταν «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ
ἁμαρτωλῷ». Δηλαδή, «Θεέ μου, σπλαγχνίσου καί συγχώρεσέ με τόν ἁμαρτωλό». Τά
λόγια αὐτά τοῦ Τελώνη μᾶς δείχνουν τή βαθιά αὐτογνωσία πού εἶχε. Γνώριζε καλά
καί συναισθανόταν βαθιά τήν ἁμαρτωλότητά του. Γι᾿ αὐτό καί δέν ζητᾶ τίποτα ἄλλο
ἀπό τόν Θεό παρά νά τόν σπλαγχνιστεῖ καί νά τόν ἐλεήσει.
Τήν προσευχή μας θά πρέπει ἐπίσης νά τή διακρίνει καί
ἡ αὐτογνωσία. Χωρίς συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας καί ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας
μας δέν μποροῦμε νά προσευχηθοῦμε σωστά. Ἡ ἔπαρση καί ἡ αἴσθηση ὅτι εἴμαστε
ἠθικά αὐτάρκεις, ὅτι εἴμαστε δῆθεν ἠθικά ἀνώτεροι ἀπό κάποιους ἄλλους,
ἀποτελοῦν τή μεγαλύτερη ἀπειλή τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί, φυσικά, καί τῆς
προσευχῆς. Καί αὐτό πού ἐπιβάλλεται νά ἀποτελεῖ τό κύριο αἴτημά μας στήν
προσευχή εἶναι ὁ Κύριος νά μᾶς χαρίσει τό ἔλεός Του. Ὅταν ζητοῦμε τό ἔλεος τοῦ
Θεοῦ, ζητοῦμε τά πάντα. Καί ὅταν ὁ Θεός μᾶς παρέχει τό ἄπειρο ἔλεός Του, τότε μᾶς
δίνει τά πάντα. Κάθε ἀγαθό. Ὅλες τίς εὐλογίες Του. Αὐτό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ τό
ἔχουμε σήμερα πολύ ἀνάγκη ὅλοι οἱ χριστιανοί καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι.