Κάποιος...γεννήθηκε απόψε!

Κάποιος…γεννήθηκε απόψε!

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Κάποιος...γεννήθηκε απόψε!

Τό ἡ­με­ρο­λό­γι­ο ἑ­νός παι­δι­οῦ  (Ἀπόσπασμα ἀπό ἐπίκαιρο διήγημα)

Ἀντώνης Σαμαράκης

 

23 Ἀ­πρι­λί­ου 1945  – πρω­ΐ

Ἔ­χω τά γε­νέ­θλι­ά μου σή­με­ρα. Ἔ­κλει­σα τά δε­κα­πέ­ντε καί μπῆ­­­κα στά δε­κά­ξι. Ἡ μα­μά γι­όρ­τα­ζε τῆς ἁ­γί­ας Αἰ­κα­τε­ρί­νης. Γι­όρ­­­­τα­ζε –ὁ πα­ρα­τα­τι­κός ἔ­χει νό­η­μα ἐ­δῶ. Γι­α­τί ἡ μα­μά ἔ­χει κά­νει κά­τι, μά κά­τι πο­λύ ἀ­πί­θα­νο: ἔ­χει πε­θά­νει.

Ὁ μπα­μπᾶς λέ­ει, ἤ­μου­να πο­λύ μι­κρός τό­τε, ὅ­ταν ἦρ­θε ξα­φνι­κά σπί­τι μας αὐ­τός ὁ θά­να­τος. Κα­θό­λου δέν τήν θυ­μᾶ­μαι τή μα­­­μά. (…)

24 Ἀ­πρι­λί­ου 1945

Ξέ­ρω νά γρά­φω. Ἔ­τσι λέ­νε με­ρι­κοί. Καί δέν ἔ­χου­νε ἄ­δι­κο. Ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νά χύ­νω στό χαρ­τί τίς σκέ­ψεις μου μέ πολ­λή εὐ­κο­λί­α. (…) Ἀ­πό μι­κρός εἶ­χα πολ­λές σχέ­­σεις μέ τά βι­βλί­α. Ἄς εἶ­ναι κα­λά ὁ μπα­μπᾶς κι ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του! Πο­τέ του δέν μ᾿ ἐ­μπό­δι­σε νά δι­α­βά­σω ὅ,τι ἔ­πε­φτε στά χέ­ρι­α μου. Ὦ, ὁ μπα­μπᾶς μου εἶ­ναι σπου­δαῖ­ος μπα­μπᾶς! Στή βι­βλι­ο­­­­­­θή­κη του πο­ζά­ρου­νε τά με­γα­λύ­τε­ρα ὀν­ό­μα­τα τῶν αἰ­ώ­νων: Νί­τ­σε, Χαῖ­κελ, Μπύ­χνερ, Φρόϋ­ντ, Σο­πεν­χά­ου­ερ. Τί νά πεῖς τώ­ρα γι­ά τά βι­βλί­α τους! Πε­ρί­φη­μα, ἐ­ξαί­σι­α, κα­τα­πληκ­τι­κά.

Καί βέ­βαι­α πού δέν εἶ­ναι Και­νή Δι­α­θή­κη αὐ­τά τά βι­βλί­α! Σέ κα­λό μου! Ποῦ πή­γα καί τό θυ­μή­θη­κα αὐ­τό τό πρᾶ­μα!  Τήν Και­νή Δι­α­θή­κη, θέ­λω νά πῶ. Δη­λα­δή δέν τή θυ­μή­θη­κα πρῶ­τος ἐ­γώ. Ὁ Ἀ­ντρέ­ας τή ­θυ­μή­θη­κε πρῶ­τος. Μ᾿ αὐ­τόν εἴ­μα­στε πρῶ­τα ξα­­­δέρ­φι­α, παι­δι­κοί φί­λοι, καί συμ­μα­θη­τές. Στήν ἡ­λι­κί­α εἴ­μα­στε τό ἴ­δι­ο. Μά ὄ­χι καί στά μυ­α­λά. Τά δι­κά του εἶ­ναι γι­ά κλά­μα­τα! Τί λέ­τε πώς ἔ­κα­νε προ­χτές στά γε­νέ­θλι­ά μου; Μοῦ ἔ­φε­ρε, δῶ­ρο, ἕ­να βι­βλί­ο τυ­λι­γμέ­νο σέ χαρ­τί, καί δε­μέ­νο μέ κόκ­κι­νο σπάγ­γο. Εἶ­πα κι ἐ­γώ, θἆ­ναι κα­νέ­να βι­βλί­ο τῆς προ­κο­πῆς.

Τό δῶ­ρο τοῦ Ἀν­τ­ρέ­α ἤ­τα­νε μι­ά Και­νή Δι­α­θή­κη, πα­λι­ά ἔκ­δο­ση, ντυ­μέ­νη μέ μα­λα­κό μαῦ­ρο δέρ­μα. Π­φ! Κι εἶ­χε ἕ­να ἀ­θῶ­ο ὕ­φος ὁ κύ­ρι­ος Ἀ­ντρέ­ας τή στι­γμή πού μοῦ πρό­­­­σφερ­νε τό δῶ­ρο του!

– Πέ­τρο, μοῦ εἶ­πε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τό.

Δέν περιγράφεται τί γέλια πού κάναμε μέ τόν μπαμπᾶ, ἀνοί­γον­­τας ἀργότερα, τό πακετάκι τοῦ Ἀντρέα. Ἕνα ἀπ’ τά δυό: ἤ πολύ βλάκας εἶναι ὁ ξαδερφούλης, ἤ πολύ χιουμορίστας.

Γοῦστο εἶχε ὁ μπαμπᾶς. Πῆρε μιά λαβίδα – ξέχασα νά τό γρά­­­­ψω παραπάνω: ὁ μπαμπᾶς εἶναι γιατρός παθολόγος – τήν ἀπο­λύ­­μανε πρῶτα σέ οἰνόπνευμα, κι ὕστερα τσάκωσε ἀπ’ τ’ αὐτί τόν ἐνοχλητικό ἐπισκέπτη.

– Πέτρο, μοῦ εἶπε. Τό νοῦ σου στά μικρόβια! Αὐτή τή στιγμή σέ γλυτώνω ἀπό ἕνα τρομερό καί φοβερό μικρόβιο.

– Μερσί, μπαμπᾶ, τοῦ εἶπα.

Κρατώντας πάντοτε τό δῶρο τοῦ Ἀντρέα μέ τή λαβίδα τό πέταξε σ’ ἕνα κασόνι ὁ μπαμπᾶς, ἀνάμεσα σέ πολλά παλιόχαρτα κι ἄλλα ἄχρηστα πράματα, καί σέ βρώμικα πανιά.

28 Ἀπριλίου 1945

Αὐτό τό ἐπεισόδιο μέ τήν Καινή Διαθήκη δείχνει καθαρά τίς σχέσεις τῆς οἰκογενείας μου – ἐμένα καί τοῦ μπαμπᾶ – μ’ αὐ­­τό τό βιβλίο, καί μέ τόν πρωταγωνιστή του. Πραγματικά ἡ θέ­ση πού τοῦ ἔχουμε δώσει εἶναι ἐκεῖ πέρα, μαζί μέ τά διάφορα ἄχρη­στα, στό κασόνι. Μποροῦμε νά κάνουμε τή ζωή μας καί χωρίς αὐ­­τόν. 

30 Ἀπριλίου 1945

Στή βιβλιοθήκη τοῦ μπαμπᾶ βρίσκεται ἕνα βιβλίο. Μικρό εἶναι, μά ἔχει μεγάλη σημασία. Τό βιβλίο λέγεται «Ὁ Ἀν­τί­χρι­στος». Ὁ συγγραφέας του λέγεται Φρειδερῖκος Νίτσε. Αὐτό τό βιβ­­λίο εἶναι τό πιό ἀγαπημένο τοῦ μπαμπᾶ. Καί γιά μένα εἶναι τό ἴδιο. Σκέφτουμαι, καμιά φορά, τί ρόλο ἔχει παίξει αὐτό τό βι­­βλίο στή ζωή τῶν δυό μας. Ἄρχισα νά τό αἰσθάνομαι αὐτόν τόν καιρό: ὁ «Ἀντίχριστος» δέν εἶναι ἁπλᾶ ἕνα βιβλίο. Εἶναι κά­­τι πιό πολύ. Εἶναι ἕνα ζωντανό πλάσμα. Μιά ὕπαρξη πού ζεῖ, κυ­­κλοφορεῖ πλάϊ μας, κυβερνάει τό σπίτι μας. Στήν οἰκογένειά μας εἴμαστε τρία πρόσωπα: ἐγώ, ὁ μπαμπᾶς κι ὁ Ἀντίχριστος. 

10 Μαΐου 1945

Τήν περασμένη Κυριακή εἴχαμε πάει μέ τόν μπαμπᾶ περίπατο στόν Κῆπο. Ὄμορφα ἤτανε ἐκεῖ πέρα. Ἄνοιξη… Σέ κάποια στροφή πέσαμε πάνω σέ κάποιον φίλο τοῦ μπα­μπᾶ. Εἴχαμε νά τόν δοῦμε καιρό. 

– Ὦ, ὦ, τόν κύριο Πέτρο, εἶπε ὁ φίλος τοῦ μπαμπᾶ μέ θαυμασμό. Τώρα πού ἔβαλες μακριά παντελόνια, ἄς ἐλπίσουμε ὅτι θ’ ἀρ­­χίσεις νά νοιώθεις τή ζωή, μικρέ μου κύριε…

Στό δρόμο βουΐζανε στ’ αὐτιά μου τά λόγια τοῦ φίλου τοῦ μπα­­­­μπᾶ: … θ’ ἀρχίσεις νά νοιώθεις τή ζωή.

Ἀκοῦς! Καί τοῦ εἶπα «εὐχαριστῶ» τοῦ ἀναιδέστατου. Μά τί νό­μισε δηλαδή; Ὅτι δέν ἔχουμε νοιώσει τίποτα ἀπ’ τή ζωή ἐ­­­­­μεῖς;

Κάνετε λάθος, κύριέ μου. Ὁ Πέτρος δέν θ’ ἀρχίσει καθόλου νά νοιώθει τή ζωή γιατί… γιατί ἔχει παραπολύ προχωρήσει στό νοιώ­­­σιμο τῆς ζωῆς. Σχεδόν κοντεύει νά τελειώσει. Ἄν ἐλείπανε ὥς τώρα τά μακρυά παντελόνια, ἤτανε ὅμως τόσα καί τόσα. Τά βι­­βλία τοῦ μπαμπᾶ. Ὁ Φρόϋντ. Ὁ Χαῖκελ. Ὁ μπαμπᾶς ὁ ἴδιος. Ὁ Ἀντίχριστος. Πρό παντός αὐτός. 

11 Μαΐου 1945

(…) Σκέφτουμαι: ἄς ὑποθέσουμε ἕναν ἐπίμονο ἄνθρωπο, πού θέ­λει ὁπωσδήποτε νά μάθει τί ἀκριβῶς ἔχω νοιώσει ἐγώ ἀπ’ τή ζωή. Λοιπόν; Δέν ξέρω. Αὐτό πού ξέρω ἐγώ εἶναι ὅτι ἐκεῖνο πού ἔχω νοιώσει ἀπ’ τή ζωή ἐγώ εἶναι… ἐγώ. Μ’ ἄλλα λόγια, ὁ ἑαυτός μου εἶναι τό σημαντικότερο γεγονός γιά μένα. (…) Εἶπε κανένας πώς εἶμαι ἐγωϊστής; (…)

30 Ἰουνίου 1945

Ἄν εἶπε κανένας πώς εἶμαι ἐγωϊστής ἔκανε λάθος. Τὄχω σίγου­ρο πώς δέν εἶμαι ἐγωϊστής μήτε τόσο δά. Γιατί, ἄν ἤμουνα, θά αἰ­­σ­­­θανόμουνα τήν ἀνάγκη νά κάνω αὐτό πού πάει γυρεύοντας ὁ ξάδερφός μου ὁ Ἀντρέας. Τό πρωΐ μοῦ εἶπε:

– Ξέρεις, Πέτρο… αὐτό τό καλοκαίρι θά προσπαθήσω νά πετύ­χω κάτι σπουδαῖο. Νά ταπεινωθῶ μέσα μου.

Ἐλᾶτε τώρα καί πεῖτε μου. Ποιός αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά γί­­νει καλά; Ὁ ἄρρωστος. Μιά καί δέν αἰσθάνουμαι τήν ἀνάγκη γιά ταπείνωση καί τά παρόμοια, εἶμαι ἐγωϊστής, ἤ δέν εἶμαι; Ἀπάν­τηση: δέν εἶμαι. (…)

10 Αὐγούστου 1945

Εἶχα συζήτηση μέ τόν Ἀντρέα. Ἐπιμένει στίς ἰδέες του. Δηλα­δή πρέπει ν’ ἀλλάξουνε πολλά στή ζωή μας. Βρίσκεται, λέει, πολ­­λή φτώχεια στή ζωή μας. Φτώχεια ὑλική, ἠθική, φτώχεια πνευ­ματική. Γιά τόν Ἀντρέα ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος νά διορθωθεῖ τό κακό. Θέλει ν’ ἀφιερώσει τή ζωή του γιά νά ἐφαρμοστεῖ ὁ Λόγος τοῦ Χριστοῦ στήν πράξη. Στήν κα­θημερινή ζωή.

11 Αὐγούστου 1945

Ἀδύνατο νά συμφωνήσω μέ τόν Ἀντρέα. Αὐτός ξεκινάει ἀπ’ τό ἀξίωμα: «πρέπει ν’ ἀλλάξει ἡ ζωή μας». Μά ἐγώ εἶμαι συντηρη­τι­κός ἐδῶ πέρα. Πολύ καλά στέκεται ἡ ζωή μας ἔτσι δά. Ὅλα εἶναι πο­λύ καλά. Ἡ ζωή. Οἱ ἄνθρωποι.

12 Αὐγούστου 1945

 Ὄμορφη πού εἶναι ἡ ζωή!

8 Σεπτεμβρίου 1945

Σέ λίγο ἀνοίγουνε τά σχολεῖα. Ἀκόμη αὐτός ὁ χρόνος κι ἔπειτα… ἀντίο σχολεῖο, ἔπειτα! Λέω νά δώσω ἐξετάσεις στό Πο­λυ­­τεχνεῖο. Χημικός – μηχανικός.

 18 Σεπτεμβρίου 1945

Αὐτός ὁ Ἀντρέας!  Ἤρεμος, ἤρεμος πού εἶναι! Τά μάτια του εἶ­ναι γιομάτα κάτι… πῶς νά τό γράψω; Νά, κά­­τι σάν φῶς. Χμ! ἔχει γοῦστο νά τό κατάφερε κεῖνο τό «σπου­δαῖο» τοῦ κα­λο­καιριοῦ: νά ταπεινωθεῖ μέσα του. Τόν τρελλό! (…)

30 Ὀκτωβρίου 1945

Ἐλευθερία! Τοῦ χρωστῶ πάρα πολλά τοῦ μπαμπᾶ. Καί πά­νω ἀπ’ ὅλα τοῦ χρωστῶ πού μ’ ἔκανε ἐλεύθερο ἄνθρωπο. Ἡ λέ­­ξη αὐ­­τή, «ἐλευθερία», εἶναι ἀπ’ τίς πιό συνηθισμένες τοῦ μπα­μπᾶ. «Ἐλεύ­­θερη ζωή» εἶναι ἡ πρώτη-πρώτη συνταγή στούς ἀρ­ρώ­στους του. Ἀπό πολύ μικρός τήν ἐδοκίμασα αὐτή τήν «ἐλευθερία». Σάν ἕνα πουλί πού τ’ ἀφήνουνε ἐλεύθερο στήν πόρτα τοῦ κλουβιοῦ του, νά πετάξει μακριά, ψηλά, χαμηλά, παντοῦ…

Ἔτσι ἔκανε μαζί μου ὁ μπαμπᾶς.

– Ζῆσε! μοῦ εἶπε… Καί ἔζησα.

5 Δεκεμβρίου 1945

Ὄμορφη πού εἶναι ἡ ζωή! Τό ξανάγραψα αὐτό στίς 12 Αὐ­γού­στου. (…)

3 Φεβρουαρίου 1946 –μεσημέρι

Ὅλο τό πρωΐ ἔλειπε ὁ μπαμπᾶς. Βρῆκα τήν εὐκαιρία νά σκαλίσω τό γραφεῖο του. Δέν ἤτανε ἡ πρώτη φορά πού τὄκανα αὐτό. Κεῖ πού πασπάτευα τά χαρτιά του – τσάκ! ἕνα μυστικό συρτάρι ἄνοι­ξε μπροστά μου. Κάποιο ἐλατήριο θά εἶχα πατήσει δίχως νά τό νοιώσω. Δέν ντρέπουμαι νά τό πῶ: βάλθηκα νά ψάχνω βια­στικά στό συρτάρι. Ἔνοιωθα μέσα μου κάτι – διαίσθηση; – ὅτι κάτι σπουδαῖο θἄβρισκα ἐκεῖ μέσα. 

Τό βρῆκα!  Ἕνα γραμματάκι κιτρινισμένο ἀπ’ τήν πολυκαιρία. Χρονολογία: δεκάξι χρόνια πίσω ἀπό σήμερα. Ἔγραφε ὅτι πῆ­ρε τά μάτια της νά φύγει μακριά του, ἡ μαμά. Μά δέν τήν εἶχε δα­­σκαλέψει ὁ ἴδιος νά τά κοροϊδεύει ὅλα στή ζωή, νά ζητάει μέ κά­θε τρόπο τήν «ἐλευθερία»; Αὐτά ἔγραφε ἡ μαμά.

–ἀπόγεμα

Ὥστε δέν ἔχει καθόλου πεθάνει τόσο νέα ἡ καημένη ἡ μαμά!

23 Φεβρουαρίου 1946

Μποροῦσα νά ὑποψιαστῶ ὁ,τιδήποτε, παρά ὅτι μοῦ εἶχε πεῖ ψέ­­ματα ὁ μπαμπᾶς. Δέν τοῦ εἶπα τίποτα γιά τήν ἀνακάλυψή μου. Ὁρ­­­κίστηκα  ὅμως  νά  μήν  εἶμαι  πιά  βέβαιος  γιά τίποτα, γιά  κα­­­νέναν. (…)

1 Ἀπριλίου 1946

Σήμερα εἶναι ἡ γιορτή τοῦ μπαμπᾶ. Μήπως δέν μοῦ εἶχε πεῖ ψέ­­ματα;

13 Ἀπριλίου 1946

Περίεργο! Ἀπ’ τόν καιρό πού ἀνακάλυψα τούς ἀνθρώ­πους, πού ἄρχισα νά τούς αἰσθάνουμαι γύρω μου κακούς καί ὕπο­π­τους ὅλους, αἰσθάνουμαι τήν ἴδια μοναξιά πού ἔνοιωθα καί πρίν. Τότε πού εἶχα τήν ἰδέα πώς εἶμαι ὁ μοναδικός κάτοικος τῆς γῆς.

23 Ἀπριλίου 1946

Ἔχω τά γενέθλιά μου σήμερα. Μπῆκα στά δεκαεφτά. Ποῦ ἡ περ­­σινή χαρά!

30 Ἀπριλίου 1946

Ἄρχισα νά φοβᾶμαι. Ὅλα καί τό καθετί. Τούς ἀνθρώπους. Τό «μέλ­λον». Φοβᾶμαι ὅταν κατεβαίνω μιά σκάλα. Ὅταν περνάω ἀπ’ τό ἕνα πεζοδρόμιο στ’ ἀπέναντι.

10 Μαΐου 1946

Σκέφτουμαι τό θάνατο. Ἀστεῖο δέν εἶναι νά σκέφτεσαι τόν θάνατο καί νά εἶσαι δεκα­εφ­τά χρονῶ;

11 Μαΐου 1946

Τόν σκέφτουμαι σάν μιά περιπέτεια. Τρελλαίνομαι γιά περιπέ­τειες αὐτή τήν ἐποχή.

16 Μαΐου 1946

Ἔχω ἕνα φλόμπερ (περίστροφο). Δικό μου εἶναι. Δέν τραβά­ει καί πολύ μακρυά, μά ὅσο γιά κοντά κάνει τή δουλειά του. Τί, μονάχα ὁ Τόμ Μίξ κι ὁ Μπόμπ Στήλ τοῦ «Ροζικλαίρ» ἐπιτρέπεται νἄχουνε πι­στό­λια;  Ἤ, μονάχα ὁ μπαμπᾶς; Γιατί ἔχει ἕνα πιστόλι στό τρίτο ἀρι­στερά συρτάρι τοῦ γραφείου του ὁ μπαμπᾶς. Τό ξέρω αὐτό.

10 Ἰουνίου 1946

Πέφτω. Βουλιάζω ὁλοένα καί πιό βαθιά μέσα στήν «ἐλευ­θε­ρία» τοῦ μπαμπᾶ. Σά νά μέ τραβάει ἀπ’ τά πόδια κάποιος, ἕνα πα­­ράξενο ὑποκείμενο μέ ψαλλιδισμένη οὐρά καί κόκκινη γλωσσίτσα.

10 Ἰουλίου 1946

Τέλειωσε τό σχολεῖο. Πῆρα τ’ ἀπολυτήριό μου κι ἄρχισα νά διαβάζω γιά τό Πολυτεχνεῖο. Μά ὅλ’ αὐτά μέ πολύ κό­­πο.

18 Ἰουλίου 1946

Μέ ρώτησε προχτές ὁ Ἀντρέας τί νόημα βρῆκα στή ζωή μου.

– Πές μου ἐσύ πρῶτα, τοῦ εἶπα.

– Ἀγωνίζομαι, μοῦ εἶπε.

– Ἐγώ βρῆκα διαφορετικό νόημα ἀπ’ τό δικό σου, τοῦ εἶπα. Δέν τοῦ ξεκαθάρισα ποιό. Γιατί δέν εἶχα βρεῖ κανένα νόημα στή ζωή μου. Μά δέν ἤμουνα τόσο κουτός νά τοῦ τό μαρτυρήσω.

19 Ἰουλίου 1946

«Ἀγωνίζομαι». Τί πάει νά πεῖ «ἀγωνίζομαι»; Δέν εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ξέρει ξένες γλῶσσες ὁ Ἀντρέας.

27 Αὐγούστου 1946

Ζέστη. Κρυώνω. Σά νἄχω ἀφήσει μιά πόρτα ἀνοιχτή. Ποῦ; Μέ­­σα μου;                      

4 Σεπτεμβρίου 1946: Πέφτω.

6 Σεπτεμβρίου 1946: Πέφτω.

8 Σεπτεμβρίου 1946: Πέφτω. (…)

21 Ὀκτωβρίου 1946

Μπῆκα στό Πολυτεχνεῖο. Τό γράφω σάν νά γράφω «μπῆκα στόν κι­­νηματογράφο». Μήτε μ’ ἀγγίζει κἄν αὐτό πού ἤτανε τ’ὄνει­­ρό μου. Πάει καιρός πού τὄχω κόψει αὐτό τό ἐλάττωμα: νά κάνω ὄνειρα.

13 Νοεμβρίου 1946

Βρέχει. Μέσα μου βρέχει πιό πολύ. Βρέχει λύπη, μοναξιά ἀπελ­πισία, κι ἄλλες παρόμοιες βροχές.

 

17 Νοεμβρίου 1946: Γιά τί ζῶ;

18 Νοεμβρίου 1946: Γιά τί νά ζῶ;

19 Νοεμβρίου 1946: Ἀφῆστε με!

19 Δεκεμβρίου 1946: Πέφτω.

20 Δεκεμβρίου 1946

Μπούμ! Ἔπεσε κι ὁ μπαμπᾶς. Γλύστρησε κι ἔπεσε. Μέ λίγα λόγια: καταστροφή. Ἡ περιουσία μας γίνηκε καπνός στίς «ἐπι­χει­ρήσεις» τοῦ μπαμπᾶ. Τά χάσαμε ὅλα. Ἀκόμη καί τή λα­βίδα πού… Τόν βλέπω νά παραπατάει. Δέν εἶναι μεθυσμένος. Εἶναι ἀπελ­πι­­σμένος.

21 Δεκεμβρίου 1946

Κάθεται ἐκεῖ, ἀντίκρυ μου, ὁ μπαμπᾶς. Τόν κοιτάζω. Κατεβάζει τά μάτια του σά νά μέ ντρέπεται. Σά νά μοὔχει κάνει κακό. 

Μέ κοιτάζει. Κατεβάζω τά μάτια μου σά νά τόν ντρέπομαι. Σά νά τοὔχω κάνει κακό.

22 Δεκεμβρίου 1946

Σκέφτουμαι ἕνα θάνατο γιά τούς δυό μας. Δέν μπορῶ νά σκεφ­τῶ ὅτι ὁ μπαμπᾶς δέν ἔχει δικαίωμα γιά ἕνα θάνατο. Οἱ δρό­μοι μας εἶναι παράλληλοι, μά θά συναντηθοῦνε κάπου ἐκεῖ, στό σημεῖο: θάνατος. Μαζί προχωρήσαμε στή ζωή μας, πιασμένοι χέρι-χέρι μέ τόν μπα­μπᾶ, μαζί θά προχωρήσουμε τώρα καί…

«Ἐμεῖς, ἐμεῖς, τῆς ζωῆς οἱ νικημένοι, μέ τά βασιλεμένα ἰδα­νι­­κά…».

23 Δεκεμβρίου 1946: Βοήθεια!

24 Δεκεμβρίου 1946: Βοήθεια!

24 πρός 25 Δεκεμβρίου 1946

Ἡ ὥρα εἶναι τρεῖς παρά δέκα, πρωΐ. Δέν ἔχω κλείσει μάτι ὅλη τή νύχτα. Μά δέν αἰσθάνουμαι καθόλου κουρασμένος. Θέλω νά τά γράψω, νά τά διηγηθῶ ὅλα μέ τή σειρά. 

Λοιπόν, χτές τ’ ἀπόγεμα, μ’ ἔπιασε στόν δρόμο ἡ βροχή. Στά­θη­κα κάτω ἀπό ἕνα παράθυρο, ὥσπου νά κόψει ἡ μπόρα. Εἶχα ἀνά­ψει τσιγάρο, καί ξεφύλλιζα ἕνα περιοδικό πού μόλις τὄχα ἀγο­ράσει. Ἕνα περιοδικό κάπως λίγο τολμηρό. «Κατάλληλο γιά με­γάλους» ὅπως συνηθίζεται νά λέγεται τώρα. Ἑπομένως ἕνα πε­ριοδικό κατάλληλο γιά μένα. 

Τό παράθυρο ἤτανε στό ἰσόγειο(…). Σέ μιά στιγμή ἔνοιωσα κεῖνο τό αἴσθημα, πώς κάποιος βρί­σκε­­ται κοντά μας καί μᾶς παρακολουθεῖ. Σήκωσα τά μάτια μου πρός τό παράθυρο. Ἕνα ἀγόρι ἤτανε πίσω ἀπ’ τό τζάμι. Ἕνα ἀγό­ρι ὥς δώδεκα χρονῶ. Ἀσάλευτο πίσω ἀπ’ τό τζάμι μέ κοί­τα­ζε μέ τά γαλανά του μάτια. Εἶχε κάτι παράξενο τό βλέμμα του. Δέν θυμᾶμαι νά μ’ ἔχει κοι­τάξει ποτέ βλέμμα τόσο σοβαρό κι αὐ­στηρό, ὅσο τό βλέμμα κεί­νου τοῦ παιδιοῦ. Δέν μποροῦσα νά τοῦ ξεφύγω. Τὄνοιωθα νά μέ τσούζει, νά μέ τρυπάει, νά μέ καί­ει…

Πέταξα τό τσιγάρο στό πεζοδρόμιο. Τσαλάκωσα τό βρώμικο πε­ριοδικό καί τ’ ἄφησα νά τό πάρει ὁ χείμαρρος τῆς βροχῆς. Σά νά μ’ εἴχανε καρφωμένο σ’ ἐκεῖνο τόν τόπο δέν μποροῦσα νά σα­λέψω. Τό παιδί στό παράθυρο μέ κοίταζε πάντα μέ τό ἴδιο βλέμ­μα. Πήγαινε τόσο βαθιά μου τό βλέμμα του! Στεκόμουνα μπρο­στά σέ κεῖνο τό παιδί ὁλόγυμνος κάτω ἀπ’ τή βροχή.

Δέν μποροῦσα ἄλλο. Ἔβλεπα κάτι στά δυό γαλανά μάτια ἐκεῖ­να, κάτι πού ἔμοιαζε καταδίκη.

Δυό γυναικοῦλες περαστικές κοιτάζανε τ’ ἀγόρι, κάτω ἀπ’ τά ὀμπρελλίνα τους, καί σιγομιλήσανε μεταξύ τους.

– Τό καημένο! Εἶναι τυφλό ἐκ γενετῆς.

Τυφλό!  Ὥστε τό ἀγόρι ἤτανε τυφλό! Ὥστε τά μάτια τοῦ ἀγο­ριοῦ ἤτανε δύο τυφλά μάτια!

Ἀδύνατο νά κρατήσω πιό πολύ. Ἄρχισα νά τρέχω σάν τρελλός μέ­σα στή βροχή. Ἔτρεχα, ἔτρεχα… Τά μάτια τοῦ παιδιοῦ ἤτανε ὁλο­ένα μπροστά μου.

Εἶχε βραδιάσει ὅταν ἔφτασα στό σπίτι. Τό σπίτι ἤτανε ἔρημο. Ὁ μπαμπᾶς ἔλειπε. Μά ἤτανε καί σκοτεινό. Κάποια βλάβη θά εἶ­χε πάθει τό καλώδιο καί δέν εἶχε φῶς. Ἄναψα ἕνα σπίρτο, δύο σπίρτα, τρία σπίρτα. Στό δέκατο σπίρ­το εἶχα βρεῖ τό φλόμπερ μου. Τά μάτια τοῦ παιδιοῦ ἤτανε ὁλο­ένα μπροστά μου. 

Πῆγα στό σαλόνι. Στό σπίτι ἔχουμε ἕνα σαλόνι ἀπέραντο. Ἄνοι­ξα τό παράθυρο καί περίμενα. Ἡ βροχή χαλοῦσε κόσμο ἔξω. Φύσαγε καί δυνατός ἄνεμος. Τά μάτια τοῦ παιδιοῦ ἤτανε ὁλο­ένα μπροστά μου.

Μέσα μου ἔνοιωθα κάτι ἄδειο, ἕνα πελώριο ἄδειο. Τά μάτια τοῦ παιδιοῦ ἤτανε ὁλοένα μπροστά μου. Κάποιος μέ ρώτησε:

– Πέτρο, εἶσαι ἕτοιμος;

– Ναί, εἶπα. Εἶμαι.

Ἄρχισα νά μετράω. Ἕνα… δύο… Στό τρία θά εἶμαι ἕτοιμος. Θά τρα­βήξω στό τρία. Ναί, στό τρία.

Στό τρία ἀνάψανε τά φῶτα. Εἴχανε διορθώσει τή βλάβη καί τό φῶς χύθηκε ξαφνικά στό σαλόνι, στήν τραπεζαρία, σ’ ὅλο τό σπί­τι. Τό λάθος ἤτανε δικό μου. Εἶχα γυρίσει πρωτύτερα τούς δια­κόπτες καί τούς εἶχα ἀφήσει ἔτσι.

Μέ τό φλόμπερ μισό δάχτυλο ἀπ’ τό μηνίγγι πέτρωσα. Στό βά­θος τοῦ σαλονιοῦ στεκόταν ὁ μπαμπᾶς. Κρατοῦσε ὑψωμένο τό χέρι του. Στό χέρι του κρατοῦσε τό πιστόλι του. 

– Πατέρα! 

Τήν ἴδια νύχτα, ἀργότερα

Ἡ πρώτη φορά στή ζωή μου πού τόν φώναξα «πατέρα».

Τήν ἴδια νύχτα, ἀργότερα

Τοῦ τά ἐξήγησα ὅλα. Μοῦ τά ἐξήγησε ὅλα. Μπαίνοντας στό σα­λόνι τά βήματά του πνιγήκανε στά χαλιά. Ὕστερα ἤτανε τ’ ἀνοι­χτό παράθυρο, ἡ δυνατή βροχή, ὁ ἄνεμος ὁ δυνατός. Μήτε πού μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ ὅτι βρισκόμουνα στό σαλόνι ἐγώ. Καί πιό πολύ ὅτι εἶχα ἀποφασίσει νά κάνω τό ἴδιο πού κι αὐτός…

Τήν ἴδια νύχτα, ἀργότερα

Στήν τραπεζαρία βρίσκεται τό τζάκι. Σκεφτήκαμε ν’ ἀνάψουμε φω­τιά. Κρυώναμε κι οἱ δυό. Μέ βοήθησε ὁ πατέρας στή φωτιά. Γο­νάτισε πλάϊ μου καί μέ βοήθησε. Πλάϊ μας, σ’ ἕνα χαμηλό τρα­πεζάκι εἴχαμε ἀκουμπήσει ἀπό μέρες κάτι βιβλία. Σέ μιά στι­γμή ζαλίστηκα ἀπ’ τήν ἀναμμένη φωτιά, πῆγα νά κρατηθῶ κά­που, πιάστηκα στό τραπεζάκι καί τά βιβλία χυθήκανε στό πάτωμα. Ἕνα ἔπεσε μέσα στή φωτιά. Ἤτανε ὁ «Ἀντίχριστος».

Περίμενα ν’ ἀπλώσει τό χέρι του ὁ πατέρας νά τόν σώσει ἀπ’ τίς φλόγες. Αὐτός περίμενε τό ἴδιο ἀπό μένα. Μά δέν ἔκανε κα­νέ­νας καμιά κίνηση. Γονατισμένοι στό πάτωμα, κοιτάζαμε τή φω­τιά πού ἔτρωγε τόν Ἀντίχριστο.

Πρῶτα ἔφαγε τά μέσα φύλλα. Ἔπειτα τό ὄνομα: Φρειδερῖκος Νίτ­σε. Ἔπειτα τό «Ο». Ἔπειτά τό «Α», τό «Ν», τό «Τ», τό «Ι»… ἔπειτα. Ἔπειτα, τίποτα.

Τήν ἴδια στιγμή χώσαμε κι οἱ δυό μας τά χέρια στή φωτιά. Ἀπ’ τόν «Ἀντίχριστο» εἶχε ἀπομείνει μιά λέξη, μιά καινούργια λέξη: ΧΡΙΣΤΟΣ.

Τήν ἴδια νύχτα, ἀργότερα

Τά χέρια μας εἶναι κόκκινα καί πρησμένα. Τά μάτια μας εἶ­ναι κόκ­­­­κινα καί πρησμένα ἀπ’ τά δάκρυα. Ἀπ’ τά δάκρυα τῆς χα­ρᾶς.

Τήν ἴδια νύχτα, ἀργότερα

Ἀκούω τίς χριστουγεννιάτικες καμπάνες. Ἡ φωνή τους λέει γιά δυό ἀνθρώπινες καρδιές, καί γιά κάποιον πού γεννήθηκε ἀπόψε μέ­σα σ’ αὐτές τίς δυό καρδιές, καί…

Δέν μπορῶ ἄλλο. Τά δάκρυα ἀπ’ τά μάτια μου μπλέκουνται μέ τά δάκρυα τοῦ πατέρα, καί μέ τίς φλόγες τῆς φωτιᾶς στό τζά­­­κι.

 

(Ἀπό τόν ἐπετειακό Τόμο πενταετίας 2005-2009 τοῦ Συλλόγου «ΦΙΛΟΙ ΙΕΡΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ»)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *