Τά 40χρονα τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Select


31 Αὐγούστου 1981 – 31 Αὐγούστου 2021

Σήμερα συμπληρώνονται, χάριτι Θεοῦ, σαράντα χρόνια ἀπό τήν θεμελίωση, στίς 31 Αὐγούστου 1981, τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Τόν θεμέλιο λίθο στίς παρυφές τοῦ Πάϊκου ὄρους ἔθεσε ὁ τότε (1974-1991) μητροπολίτης Πολυανῆς, Γουμενίσσης καί Κιλκισίου Ἀμβρόσιος, ὁ ὁποῖος τέλεσε καί τήν πρώτη θεία Λειτουργία (8 Νοεμβρίου 1981) στόν μικρό ναό πού μόλις εἶχε ἀνεγερθεῖ πρός τιμήν τῶν Ἀρχαγγέλων. Ἡ ἡμερομηνία αὐ­­τή σηματοδότησε οὐσιαστικά καί τήν ἔναρξη τῆς ἱστορίας τῆς Μονῆς.

Σέ ἕναν τόπο ἀκατοίκητο δημιουργήθηκε σιγά σιγά μιά μικρή πολιτεία ἀνθρώπων ἀφιερωμένων στόν Θεό. Σέ μιά ἄγονη γῆ, μέ ὁλοκληρωτική ἀπουσία κάποιας ζωῆς, συγκροτήθηκε μιά μοναστική κοινωνία κατά τά ἁγιορείτικα πρότυπα, ἀνοικοδομήθηκε ἕνα μεγαλοπρεπές μοναστήρι. Μέσα στήν ἀπαράκλητη ἔρημο, φύτρωσε καί ξε­­πρόβαλε μιά πνευματική ὄαση. Μεταμορφώθηκε ἡ ἔρημος σέ περιβόλι τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ὅπου πρῶτα ὑπῆρχαν μόνο πέτρες καί βράχια, δημιουργήθηκε ἕνα ἀπάνεμο λιμάνι, ἕνα πνευματικό καταφύγιο γιά τούς καταπονημένους ὁδοιπόρους τῆς ζωῆς. Ἕνας τόπος ἄγριος καί ἀφιλόξενος, μέσα σέ λίγα χρόνια ἄρχισε νά μετατρέπεται σέ τόπο ἅγιο καί φιλόξενο. Ἕνας αὐχμηρός καί τραχύς τόπος ἄρχισε νά εὐτρεπίζεται καί νά μεταμορφώνεται σ᾿ ἕναν ἐπίγειο παράδεισο. «Ἐξήνθησεν ἡ ἔρημος ὡσεί κρίνον». Ἄνθισε ἡ ἐρημιά σάν τόν κρίνο…

Καί ἦταν προορισμένο τό καθίδρυμα αὐτό τοῦ Θεοῦ νά καταστεῖ μετόχι τῆς Σιμωνόπετρας καί νά ἀποτελεῖ ἔκτοτε ἕνα κομμάτι τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέσα στόν κόσμο, γιά νά μεταλαμπαδεύει διαρκῶς τήν πνευματική παράδοση καί τήν ἐμπειρία τῆς ἁγιορείτικης ζωῆς στόν λαό τοῦ Θεοῦ…

 

* * *

Πίσω ἀπό ἕνα μεγάλο ἔργο ἤ ἐπίτευγμα ἤ κατόρθωμα, κρύβεται πάντα μιά δυνατή πίστη, μιά ἰσχυρή θέληση, ἕνας ἀποφασιστικός χαρακτήρας ἑνός ἀνθρώπου ἤ μιά ἀνώτερη δύναμη, ὁ Θεός. Στήν περίπτωση τῆς ἀνοικοδόμησης τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου συνέβαλαν τόσο ὁ θεῖος ὅσο καί ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας.

Ἕνας νεαρός σέ ἡλικία τότε ἱερομόναχος, ὁ κτή­­τορας τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου, ὁ π.Χρυσόστομος (Τσαβδαρίδης, 1947-2021), περιδιάβαζε κάποτε, στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70, τό Πάϊκον ὄρος, αὐτό πού ἔμοιαζε, κατά τίς φυσικές ὀμορφιές του, μέ ἕνα ἄλλο «ὄρος τοῦ Θεοῦ» (Ψαλμ. 67, 15), τό Ἅγιον Ὄρος. Μέ τό βλέμμα του ἀναζητοῦσε, ἔψαχνε… Κάποτε, σέ κάποιες προγενέστερες ἐποχές, ὑπῆρχαν στίς πλαγιές τοῦ Πάϊκου ἁγιορείτικα μετόχια, ἱερά μοναστήρια. Μερικά σκόρπια χαλάσματα ἐδῶ κι ἐκεῖ ἔδιναν τήν αἴσθηση ὅτι σέ ἀλλοτινούς καιρούς ἐδῶ ὑπῆρχε ζωή, μιά ὀργανωμένη μοναστική κοινωνία ἀνθρώπων. Καί ἔλαβε  –μέ ἐπίνευση Θεοῦ– τήν ἀπόφαση νά κάνει τόν ἔρημο τοῦτον τόπον, τόπον προσευχῆς. Ἦταν σάν νά ἄκουσε ὁ π.Χρυσόστομος –ὅπως τόσοι καί τόσοι ἄλλοι πρίν ἀπ’ αὐτόν κτήτορες ἱερῶν μονῶν πού ἐπόλισαν τήν ἔρημο δημιουργώντας πνευματικές ἀκροπόλεις– τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, πού τόν κάλεσε ὅπως καί τόν Μωϋσῆ. «Ἀνάβηθι πρός με εἰς τό ὄρος καί ἴσθι ἐκεῖ» (Ἔξοδ. 24, 12). Καί ὑπήκουσε στήν φωνή πού τόν προσκαλοῦσε καί ἀνέβηκε στό βουνό.

Ἔγινε ὅπως τότε πού «ἀνέβη Μωϋσῆς εἰς τό ὄρος καί ἐκάλυψεν ἡ νεφέλη τό ὄρος. Καί κατέβη ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐπί τό ὄρος…» (Ἔξοδ. 24, 15-16).

Καί συγκατένευσε ὁ Θεός στήν ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς τοῦ π.Χρυσοστόμου καί τοῦ ὑπέδειξε τόν τόπον ὅπου θά θεμελίωνε ἱερό θυσιαστήριο τῷ Κυρίῳ… Καί ἀγαλλίασε τότε ἡ ψυχή του καί ἀναπαύθηκε μέ τήν φανέρωση τῆς θείας βουλῆς.

Καί πάλι «ἐλάλησε Κύριος πρός Μωϋσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρός τόν ἑαυτοῦ φίλον» (Ἔξοδ. 33, 11) μέ τέτοια περίπου λόγια:

«Ποίησον τόν ἔρημον τοῦτον τόπον, τόπον προσευχῆς…». Καί ἦταν ἡ φωνή αὐτή πού ἄκουσε ὡσεί «φωνή αὔρας λεπτῆς» (Γ΄ Βασ. 19, 12).

Καί ἐκεῖνος, πού εἶχε κεκαθαρμένη τήν ἀκοή τῆς καρδίας του, ὑπήκουσε στήν φωνή τοῦ Κυρίου… Εἶχε τήν βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός τοῦ ὑπέδειξε τόν τόπον αὐτόν.

Ἔτσι ξεκίνησε τό ἔργο αὐτό πού τό εὐλόγησε ὁ Θεός ἀπό ψηλά.

 

* * *

Στήν ἱστορία τοῦ τόπου μαρτυρεῖται ὅτι κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἀλλά καί παλαιότερα, στήν περιοχή ὑπῆρχαν σκῆτες καί ἀσκηταριά, ἀπομεινάρια μιᾶς προγενέστερης ἔνδοξης ἐποχῆς. Ἡ ὀνομασία «Πάϊκο» ἕλκει προφανῶς τήν προέλευσή της ἀπό τήν λέξη «Παναγία», πράγμα πού δηλώνει ὅτι τό ὄρος αὐτό ἐθεωρεῖτο ὄρος τῆς Παναγίας. 

Θείᾳ βουλῇ, τό ἱερό αὐτό οἰκοδόμημα ἀφιερώθηκε στόν μεγάλο διδάσκαλο τοῦ Γένους καί τῆς Ἐκκλησίας, τόν λαμπρό φωστήρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη.

Ὕστερα ἦρθαν οἱ πρῶτοι μοναχοί, δημιουργήθηκε ὁ πυρήνας τῆς πρώτης ἀδελφότητας. Ἦταν ἐκεῖνοι πού ἄκουσαν τή μυστική κλήση μέσα τους καί, ἀπαρνούμενοι τόν κόσμο, ἔκαναν πράξη τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. 16, 24).

Καί οἱ ἐνοικήσαντες τήν ἔρημο ἔδωσαν ζωή στό ὄρος Πάϊκο. Χάρη στούς μόχθους καί τίς προσευχές τους, ἕνας τόπος ἀγεώργητος μεταμορφώθηκε σιγά σιγά σέ πόλη. Καί ἡ χέρσα γῆ ἄρχισε νά ἀλλάζει ὄψη. Νά ζωοποιεῖται ἡ φύση μέ αὔρα Πνεύματος Ἁγίου. Μέσα στήν γαλήνη τοῦ τόπου, ἄρχισαν νά ἀκούγονται  τώρα οἱ ψαλμωδίες τῶν μοναχῶν. Δοξολογοῦσαν καθημερινά τόν Θεό καί βίωναν τήν Βασιλεία Του, μεταμορφώνοντας τόν χῶρο καί τόν χρόνο. Καί ἡμέρεψε ἡ ἔρημος. Ἕνας τόπος ἀπαράκλητος, ἔγινε τόπος προσευχῆς καί παρακλήσεως. Ἔγινε ἕνα θαῦμα, ὥστε κάθε φορά πού κάποιος προσκυνητής ἐπισκέπτεται τό μοναστήρι νά ἀπεκδύεται ὅλα τά βάρη πού κουβαλᾶ μαζί του. Νά ἀποθέτει ἔξω ἀπό τό κατώφλι τῆς Μονῆς τίς μέριμνες τοῦ πολύμοχθου βίου του. Νά φεύγει ξαλαφρωμένος. Ἀνεξήγητο γιά τόν ἴδιο, εὐεξήγητο ὅμως γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ὁ πορτάρης, ὁ μοναχός, πού τόν ὑποδέχεται μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, γνωρίζει καλά ὅτι μέ τήν δύναμη ἐκείνης εἶναι πού διασκορπίζεται κάθε κακό. Ἔτσι γίνεται τό θαῦμα…



* * *

Ἀλλά ὅ­­πως συμβαίνει σχεδόν πάν­τα σέ κάθε τι εὐ­ά­­­­ρεστο στόν Θεό, τό πνευμα­τι­κό ἔργο πού ξε­­κίνησε στό ὄ­­ρος Πάϊκο τό 1981, πολεμή­θηκε ἀδυσώπη­τα ἀπό τόν πολυμήχανο ἐχθρό τῆς ἀρετῆς, τόν ἀρχέκακο δι­ά­βο­λο. 

Οἱ δυσκολίες ὑπῆρξαν ἀπό τήν ἀρχή πολλές, οἱ πειρασμοί περισσότεροι ἀλλά καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἄπειρο. Ἀπό παντοῦ θλίψεις καί δοκιμασίες καί ἐμπόδια. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπαριθμηθοῦν οἱ δαιμονικοί πειρασμοί καί οἱ σατανικές παγίδες πού ἔστηνε συνεχῶς ὁ πονηρός διάβολος μέ σκοπό νά καταβάλει τό φρόνημα τῶν ἀγωνιζομένων πατέρων. Ἀδυσώπητος ὁ πόλεμος τῶν νοητῶν δαιμόνων. Μέ ἀπύθμενο μίσος καί φθόνο ἔτριζαν τά δόντια τους οἱ δαίμονες βλέποντας νά προοδεύει τό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Εἶχαν καί βοηθούς στό ἔργο τους, ἀνθρώπους φθονερούς πού συμμετεῖχαν σ᾿ αὐτόν τόν ἀ­­νίερο πόλεμο πού ἐφεύ­ρι­σκε ὁ προαιώνιος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου. 

Μά ὁ Θεός εἶχε εὐλογήσει τήν ὑπόθεση αὐ­­τή ἀπό τήν ἀρ­χή. Γνώριζαν κα­­λά ὅλοι οἱ πατέ­ρες, πώς ἄν κάποιος θέλει νά ζεῖ μέ τόν Θεό, ὀφείλει νά ἑτοιμασθεῖ νά ὑπομείνει θλίψεις. Καί ἀσκήθηκαν στήν ὑπομονή τῶν πειρασμῶν. Γνώριζαν ὅτι, ὄχι μόνον «θλίψιν θά ἔχουν ἐν τῷ κόσμῳ» (πρβλ. Ἰωάν. 16, 33) ἀλλά καί ὅτι ἀποτελοῦσε προνόμιο τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ «τό ὑπέρ Χριστοῦ οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιπ. 1, 30). Διότι ὅλη ἡ μοναχική πορεία εἶναι ἕνας ἀκατάπαυστος πόλεμος «πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. 6, 12). Γι᾿ αὐτό καί δέν λύγισαν μπροστά σέ τίποτα. Καί ὁ Θεός τούς ἀντάμειψε. 

Ζωντανή ἦταν πάντοτε καί ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου στήν πορεία τους αὐτή. Ἡ προστασία του διαρκής, ἡ παρουσία του ἀδιαμφισβήτητη. Ὡς φύλακας ἀκοίμητος καί ἀντιλήπτωρ φρόντιζε καί μεριμνοῦσε ἀδιάκοπα γιά ὅλες τίς ἀνάγκες τους. Δίπλα τους διαρκῶς, νά τούς καθοδηγεῖ. Χωρίς τή δική του βοήθεια καί προστασία ἀσφαλῶς «ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. 1, 3).

Πολλές λοιπόν οἱ θλίψεις κατά τήν σαραντάχρονη πορεία τους μέσα στήν ἔρημο. Ἀναρίθμητοι οἱ πειρασμοί. Κάθε στιγμή περικύκλωναν τήν ψυχή τους ἐπιζητώντας νά τήν καταστρέψουν. Κι ἐκεῖνος, ὁ Μωϋσῆς, πῆρε τούς μοναχούς του ἀπό τό χέρι καί τούς ὁδήγησε. Σαράντα χρόνια μοναχικῆς πορείας μέσα στήν ἔρημο… Μιά πολύπονη πο­­ρεία γνωριμίας μέ τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, πού ἔπρεπε νά συντελεσθεῖ πρώτιστα μέσα στήν ψυχή τοῦ καθενός. Μακρύς φάνταζε ὁ δρόμος… Ὅμως μιά «ἀόρατη» νεφέλη βρισκόταν πάντοτε μαζί τους καί τούς συνόδευε στόν δρόμο τους. Ἦταν ὁ Ἔφορος τῆς Μονῆς, ὁ Ἅγιός τους. Κάποιοι ὡστόσο δέν ἄντεξαν καί λύγισαν. Κάποιοι γόγγυσαν, λιποψύχησαν καί θέλησαν νά ἐπιστρέψουν στόν κόσμο, στήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν. Ἄλλοι ἐναντιώθηκαν μέ τόν Μωϋσῆ… Οἱ πιό πολλοί ὅμως τοῦ ἔδειξαν ἐμπιστοσύνη καί ἔμειναν μαζί του, συνέχισαν καί συνεχίζουν τήν πορεία τους μέχρι τήν γῆ Χαναάν, τήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας…

 

* * *

Καί ὁ Θεός ὡστόσο προνοοῦσε… Ὅσιοι, Ἅγιοι  καί Μάρτυρες ἔρχονταν ἀρωγοί τους γιά νά σμίξουν οἱ προσευχές ἐκείνων μέ τίς δικές τους, νά συνδράμουν μέ τίς πρεσβεῖες τους τόν ἀγώνα τους, νά τούς ἐνδυναμώσουν. Χαριτόβρυτα ἱερά λείψανα κατέφθαναν κάθε τόσο γιά νά ἐγκαταβιώσουν μόνιμα ἐδῶ, νά δίνουν τό παράδειγμα, νά ἐμψυχώνουν καί νά συμπαραστέκονται στόν ἀγώνα τους κατά τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν τοῦ ἀνθρώπου. 

Ὁ Θεός συχνά δήλωνε τήν παρουσία Του ὅλα τοῦτα τά χρόνια στόν χῶρο αὐτό τῶν ἀσκητικῶν ἀγωνισμάτων καί τῶν νυχθήμερων παλαισμάτων. Ἄλλοτε συνεσκιασμένα καί κάποτε πιό φανερά, ἔκανε τήν ἐμφάνισή Του καί ἄφηνε τά σημάδια τῆς μέριμνάς Του γιά τούς μοναχούς πού ἐγκατέλειψαν τά πάντα γιά τό Ὄνομά Του.

Τό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας ἦταν ἐκεῖνο πού ἐνδυνάμωνε καί μέχρι σήμερα ἐνδυναμώνει τόν ἀγώνα τους. Καθημερινά οἱ μοναχοί συνα­ναστρέφονται μέ τόν Θεό, συ­­­­­ναν­­τῶν­ται μαζί Του μέσα στό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἀνακατεύουν τήν ἀ­­­ναπνοή τους ἀλλά καί τή ζωή τους ὁ­­­λόκληρη μέ τήν παρουσία τῶν Ἁγίων καί τῶν Ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. Ὅλος ὁ ἀγώνας τους γιά τόν Θεό, γιά νά φθάσουν σ᾿ Ἐκεῖνον. Ὁ Θεός εἶναι ὁ Μεγάλος Παρών τῆς κάθε ἡμέρας τους. Ἀκοῦνε τά βήματά Του «ἐπί πτερύγων ἀνέμων» κάθε μέρα μέσα στό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Ὁ οὐρανός εἶναι τό μυστικό τῆς εὐτυχίας τους. Ἐκεῖ βρίσκουν ἐκπλήρωση ὅλες οἱ ἐπιθυμίες τους. Γιατί μέ τίς καθημερινές προσευχές τους τό μόνο πού ζητᾶνε εἶναι ἡ γαλήνη τῆς καρδιᾶς τους, ἡ ἤρεμη συνείδηση, ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ἐπιτελοῦν τό καθῆκον τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅτι βρίσκονται πάντα κοντά Του. Ἔξω ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτούς παρά ὁ πνευματικός θάνατος…

Τό Ἱερό Κοινόβιο διήνυσε τήν πνευματική πορεία του μέχρι σήμερα διαμέσου ἀδιάκοπων σκληρῶν ἀγώνων καί ἀτρύτων πόνων τοῦ κτή­­τορός του ἀρ­­­­χιμανδρίτου Χρυ­σοστόμου καί τῶν πατέ­ρων πού συμ­πο­ρεύ­θη­καν μαζί του στόν δρόμο αὐτό. Τό ἱερό καθίδρυμα, ἡ οὐρανόδρομη αὐτή πολιτεία, καταγράφει ἤδη μιά ἱστορική διαδρομή, τούς βηματισμούς σαράντα ἐτῶν στό ὄρος Πάϊκο. Διαγράφει ἤδη μιά πορεία μέσα στόν χρόνο τῆς αἰωνιότητας. Τήν ἱστορία του ὡστόσο τήν γράφει ὁ Θεός…

Ἀντικρίζοντας σήμερα κανείς τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Νικοδήμου, αὐθόρμητα ἀναρωτιέται: Πῶς ἀπό τό τίποτα, ἔγινε μέσα σέ σαράντα χρόνια, τό θαῦμα αὐτό; Σ᾿ αὐτούς πού ἀκόμη ἀναζητοῦν ἤ ψάχνουν τό θαῦμα σέ ὑπέρλογα ἤ ὑπερφυσικά φαινόμενα, οἱ μοναχοί τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου ἀντιτείνουν αὐτό τό ἔργο…

 

* * *

Ἡ διαδρομή τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου ὅλα αὐτά τά χρόνια ἀποτελεῖ ἕνα πραγματικό θαῦμα πού ἐπιτέλεσε καί ἐπιτελεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε πραγματικότητα στό ὄρος Πάϊκο τό Κυριακόν λόγιον «οὐ δύναται πόλις κρυ­­βῆναι ἐπάνω ὄ­­ρους κειμένη» (Ματθ. 5, 14). Πρίν ἀπό σαράντα χρό­­νια, σέ ὅ­­λο τόν νομό Κιλκίς δέν ὑπῆρχε τίποτα πού νά θυμίζει ἱστορία περί μοναχισμοῦ. Χρειάσθηκαν ἀγῶνες, ἀπαιτήθηκαν χρόνια, χρειάσθηκε οἱ μοναχοί νά δώσουν αἷμα γιά νά λάβουν Πνεῦμα καί μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ προστάτου τους ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου νά μεταλαμπαδεύσουν στά πλήθη τῶν πιστῶν πού τούς προσήγγιζαν τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἐκτενής προσευχή τῶν μοναχῶν, διά πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου καί ὅλων τῶν Ἁγίων πού κατοικοῦν στόν τόπο αὐτό, πρόσφερε ἀνυπολόγιστη βοήθεια σέ ἀνθρώπους πού τήν ζητοῦσαν, ἐνίσχυσε τήν πίστη πολλῶν. Στό διάβα σαράντα χρόνων ἡ Μονή γνώρισε πολλούς ἀνθρώπους, ἐνεθάρρυνε ψυχές πού τρεμόσβηνε μέσα τους ἡ πίστη στόν Θεό, παρηγόρησε καί ἐνίσχυσε ὀλιγόπιστους. Ἔγινε τό μοναστήρι φροντιστήριο ψυχῶν, ἔγινε οἰκητήριον Θεοῦ.

Ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλαδελφία τῶν μοναχῶν πρός τούς προσκυνητές ἔχουν καταστήσει σήμερα τήν Μονή τόπο προσκυνήματος γιά χιλιάδες ἀνθρώπους, πόλο ἕλξης γιά ὅ­ποιον ἀναζητεῖ ἕνα ἀνοιχτό παράθυρο, ἕνα ζεστό ἀνθρώπινο χαμόγελο, ἕνα γλυκύ λόγο βγαλμένο μέσα ἀπό τήν ψυχή, μιά φιλόξενη γωνιά γιά πνευματική ἀνάπαυση, ἕνα καταφύγιο ἀληθινῆς παρηγοριᾶς. Οἱ μοναχοί ἀφουγκράζονται τόν πόνο καί τούς καημούς τοῦ κόσμου καί πενθοῦν γιά τήν σημερινή ἀποστασία του ἀπό τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό καί ἡ πόρτα τῆς Μονῆς, ἀπό τήν ἀνατολή μέχρι τή δύση τοῦ ἡλίου, εἶναι διαρκῶς ἀνοιχτή καί δέχεται τούς πάντες.

Τό Ἱερό Κοινόβιο εἶναι μιά μικρή ὄαση μέσα στήν ἀπέραντη ἔ­­ρη­­­μο τῶν ἡ­μερῶν μας. Ὁ ἀγγελικός βίος, ἡ καθημερινή ζωή τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου, εἶναι ἕνα φῶς σήμερα πού φέγγει καί φωτίζει τό σκοτάδι τῆς καθημερινότητας. Καί προ­­­σκαλεῖ κάθε ἄνθρωπο, κάθε κου­ρασμένο ὁδοιπόρο τοῦ προσκαίρου τούτου βίου, νά τό ἐγκολπω­θεῖ καί νά τό ἀκολουθήσει. «Φῶς μέν μοναχοῖς, ἄγγελοι· φῶς δέ πάντων ἀνθρώπων, μοναδική πολιτεία» ἔγραφε πρίν ἀπό δεκαπέντε αἰῶνες ὁ μέγας καθηγητής τῆς ἐρήμου Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Κι αὐτό τό φῶς εἶναι πού χρειάζεται περισσότερο ἀπό κάθε τι ἄλλο ὁ ἐγκλωβισμένος στά σημερινά ἀδιέξοδα τοῦ κόσμου ἄνθρωπος…

Τό Ἱερό Κοινόβιο διαχέει τήν ἀκτινοβολία του σέ ὁλόκληρο τόν ἑλλαδικό χῶρο καί ὄχι μόνον. Ἡ πνευματική αὐτή ἔπαλξη, τό μικρό τοῦτο κομμάτι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού θαρρεῖς καί ξέκοψε ἀπ᾿ ἐκεῖ καί θρονιάστηκε σέ μιά πλαγιά τοῦ ὄρους Πάϊκου, φωτίζει ἀπό τό 1981 καί ἐξακολουθεῖ νά γεμίζει μέ φῶς τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί νά τίς πλημμυρίζει μέ Χριστό καί Ἑλλάδα…

Προσκυνητής πού ἐπισκέφθηκε τό Ἱ­­ε­­ρό Κοινόβιο ἔ­­γραψε, μεταξύ ἄλ­­­λων, καί τά παρακάτω: «Ἕνα μοναστήρι, σάν ἄλ­λη Σιμωνό­πε­τρα, ἔχει “φυτευ­τεῖ” καί κραταιωθεῖ σέ μιά πλαγιά τοῦ Πάϊκου κι ἔχει κάτω ἀπό τήν ἐποπτεία του ὅλη τήν ἔκταση ἀπό τό Κιλκίς ὥς τή Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ζεῖ καί θαυματουργεῖ μιά συνοδία μοναχῶν, πού ξεπερνᾶ σέ προκοπή τό γένος τῶν μυρμηγκιῶν. Εἶναι ἡ κοινωνία τῶν μοναχῶν, μιά κοινωνία ἀγάπης, μιά κοινωνία δουλειᾶς, χαμόγελου καί παρηγοριᾶς. Ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου εἶναι μιά τεράστια ἑστία φωτός. Ἡ ἀδελφοσύνη σέ ὅλη τή δόξα της. Ἄν θαύματα γίνονταν στό παρελθόν, γιατί νά μήν γίνονται στό παρόν καί στό μέλλον; Καί θαῦμα δέν εἶναι μόνο τά κτίσματα. Εἶναι ἡ ἁγία οἰκογένεια πού τά ἔκτισε, τά ὑπηρετεῖ καί τά λειτουργεῖ. Εὐτυχῶς πού ὑπάρχει ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου… Σέ ὅλους τό Ἱερό Κοινόβιο προσφέρει ἁπλόχερα τά ἀγαθά του, ὑλικά καί πνευματικά. Μιά ἐπίσκεψη ἐκεῖ ψηλά στό Πάϊκο θά σᾶς ἀναγεννήσει ψυχικά. Ἡ Ἑλλάδα ἀντέχει ἀκόμη…».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *