ΟΙ ΣΩ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΕΣ Α­ΣΘΕ­ΝΕΙ­ΕΣ: ΣΩ­ΤΗ­ΡΙ­ΕΣ Ἤ ΚΑ­ΤΑ­ΣΤΡΟ­ΦΙ­ΚΕΣ; (Β΄ μέρος)

Uncategorized

Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

ΤΑ 
ΑΙ­ΤΙ­Α ΤΩΝ ΑΣΘΕ­ΝΕΙ­ΩΝ.  Ἀ­πευ­θυν­θεῖ­τε
στό γι­α­τρό σας. Συ­νά­μα, ὅ­μως, καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἀ­πευ­θυν­θεῖ­τε
μέ τήν προ­σευ­χή στόν Κύ­ρι­ο. Πα­ρα­κα­λέ­στε Τον νά φω­τί­σει τό γι­α­τρό, ὥ­στε
νά δώ­σει στήν ἀ­δελ­φή σας τό κα­τάλ­λη­λο φάρ­μα­κο. Καί στίς πρε­σβεῖ­ες τῶν
ἁ­γί­ων νά κα­τα­φεύ­γε­τε καί ὅ­λα ὅ­σα κά­νουν οἱ εὐ­σε­βεῖς χρι­στι­α­νοί σ’
αὐ­τές τίς πε­ρι­πτώ­σεις νά κά­νε­τε –μό­νο τούς κο­μπο­γι­αν­νί­τες ν’ ἀ­πο­φεύ­γε­τε–,
γι­α­τί δέν γνω­ρί­ζε­τε ποῦ εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη καί ἀ­πό ποῦ θά ἔρ­θει ἡ θεί­α
βο­ή­θει­α. Ἴ­σως ὁ Θε­ός ν’ ἀ­φή­σει ἰ­σό­βι­α τήν ἀ­δελ­φή σας σ’ αὐ­τή τήν
κα­τά­στα­ση, ἄν εἶ­ναι πι­ό ὠ­φέ­λι­μη γι­ά τήν ψυ­χή της. Ἄς τήν ὑ­πο­μεί­νει,
λοι­πόν, σ’ ὅ­λη τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή της γι­ά χά­ρη τῆς σω­τη­ρί­ας της. Ἴ­σως
πά­λι ὁ Θε­ός νά πα­ρα­τεί­νει τήν ἀρ­ρώ­στι­α γι­ά ἕ­να χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα,
θέ­λο­ντας νά δο­κι­μά­σει τήν πί­στη τή δι­κή της, τή δι­κή σας καί τῶν γο­νι­ῶν
σας. Μό­νο Ἐ­κεῖ­νος τά γνω­ρί­ζει ὅ­λα αὐ­τά. Ἡ ἀρ­ρώ­στι­α δέν εἶ­ναι ντρο­πή
οὔ­τε δεῖ­γμα ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πε­να­ντί­ας, καί ἐ­δῶ βρί­σκε­ται
τό ἔ­λε­ός Του. Ὅ,τι προ­έρ­χε­ται ἤ πα­ρα­χω­ρεῖ­ται ἀ­πό τόν Θε­ό εἶ­ναι ἔ­λε­ος
–ἀ­σθέ­νει­α, φτώ­χει­α, συμ­φο­ρά.
                        

Ἄς προ­σεύ­χε­ται ἡ ἀ­δελ­φή σας ἐ­γκάρ­δι­α,
λέ­γο­ντας: «Κύ­ρι­ε, κά­νε με κα­λά! Ἄς μή γί­νει, ὅ­μως, τό δι­κό μου θέ­λη­μα,
ἀλ­λά τό δι­κό Σου. Δό­ξα σ᾽ Ἐ­σέ­να, Θε­έ μου! Πι­στεύ­ω πώς ὅ­σο κα­λή εἶ­ναι
ἡ ὑ­γεί­α, ἀλ­λά τό­σο καί τού­τη ἡ ἀρ­ρώ­στι­α. Σ᾽ εὐ­γνω­μο­νῶ γι­ά ὅ­λα,
πο­λυ­εύ­σπλα­χνε Πλά­στη μου!».

***

Η Α­ΝΤΙ­ΜΕ­ΤΩΠΙ­ΣΗ ΤΩΝ Α­ΣΘΕ­ΝΕΙ­ΩΝ.
(…). Ἀ­πό τό ἄλ­λο μέ­ρος, μο­λο­νό­τι οἱ ἀ­σθέ­νει­ες πα­ρα­χω­ροῦ­νται ἀ­πό τό
Θε­ό, ἡ φρο­ντί­δα γι­ά τή θε­ρα­πεί­α δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α. Γι­α­τί τό­σο ἡ ἰ­α­τρι­κή
ἐ­πι­στή­μη ὅ­σο καί τά φάρ­μα­κα εἶ­ναι δῶ­ρα κι αὐ­τά τοῦ Θε­οῦ στό ἀν­θρώ­πι­νο
γέ­νος. Κα­τα­φεύ­γο­ντας, λοι­πόν, στούς γι­α­τρούς, πά­λι στό Θε­ό κα­τα­φεύ­γου­με.

Μέσ’ ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στι­α ἄς μα­θαί­νου­με
καί ἄς ἀ­πο­κτοῦ­με τήν τα­πεί­νω­ση, τήν ὑ­πο­μο­νή, τή γεν­ναι­ο­ψυ­χί­α, τό
αἴ­σθη­μα τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης πρός τό Θε­ό.
Ἀν­θρώ­πι­νη, βέ­βαι­α, εἶ­ναι ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α,
ἡ λι­πο­ψυ­χί­α. Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νι­στεῖ, πρέ­πει νά τή δι­ώ­χνου­με. Ὅ­λες
οἱ δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις ἔ­χουν ἕ­να βά­ρος, αὐ­τό πού πρέ­πει νά ση­κώ­σου­με,
αὐ­τό πού πρέ­πει νά ὑ­πο­μεί­νου­με. Χω­ρίς βά­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά μι­λᾶ­με
γι­ά ὑ­πο­μο­νή. Πά­ντως, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­παλ­λα­γῆς ἀ­πό τό βά­ρος δέν εἶ­ναι
ἐ­φά­μαρ­τη. Εἶ­ναι φυ­σι­κή ἀ­νά­γκη τῆς ψυ­χῆς. Ἁ­μαρ­τί­α δι­α­πράτ­του­με, ὅ­ταν,
ἀ­πό τή φυ­σι­κή αὐ­τή ἀ­νά­γκη, ὁ­δη­γού­μα­στε στήν ἀ­δη­μο­νί­α καί τό
γογ­γυ­σμό. Ἄν νι­ώ­σεις μέ­σα σου κά­τι τέ­τοι­ο, ἀ­πο­μά­κρυ­νέ το ἀ­μέ­σως,
εὐ­χα­ρι­στώ­ντας τό Θε­ό.

***

Ἄν ἀρ­ρω­στή­σα­τε ἀ­πό ὑ­παι­τι­ό­τη­τά
σας, με­τα­νο­ῆ­στε ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ καί ζη­τῆ­στε Του συγ­χώ­ρη­ση, ἐ­πει­δή
δέν φυ­λά­ξα­τε τό δῶ­ρο τῆς ὑ­γεί­ας, τό δῶ­ρο πού Ἐ­κεῖ­νος σᾶς πρό­σφε­ρε. Ἄν
πά­λι ἡ ἀρ­ρώ­στι­α σας πα­ρα­χω­ρή­θη­κε ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο –γι­α­τί τυ­χαῖ­α τί­πο­τα
δέν γί­νε­ται–, εὐ­χα­ρι­στῆ­στε Τον ἐ­γκάρ­δι­α. Καί ἡ ἀρ­ρώ­στι­α, βλέ­πε­τε,
εἶ­ναι θεῖ­ο δῶ­ρο, γι­α­τί τα­πει­νώ­νει, μα­λα­κώ­νει τήν ψυ­χή καί τήν ἀ­παλ­λάσ­σει
ἀ­πό τίς πολ­λές μέ­ρι­μνες.

***

ΠΩΣ ΝΑ ΠΡΟ­ΣΕΥ­ΧΟ­ΜΑ­ΣΤΕ, ΟΤΑΝ ΕΙ­ΜΑ­ΣΤΕ
ΑΡ­ΡΩ­ΣΤΟΙ;  
   Δέν ἁ­μαρ­τά­νου­με, ὅ­ταν ζη­τᾶ­με ἀ­πό
τόν Θε­ό νά μᾶς θε­ρα­πεύ­σει. Κά­θε φο­ρά πού τό ζη­τᾶ­με, ὅ­μως, ἄς προ­σθέ­του­με
καί τή φρά­ση: «ἄν εἶ­ναι θέ­λη­μά Σου, Κύ­ρι­ε!». Ὅ­ταν ὑ­πο­τασ­σό­μα­στε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά
στό θεῖ­ο θέ­λη­μα καί δε­χό­μα­στε τό κα­θε­τί ὡς θεί­α εὐ­ερ­γε­σί­α, τό­τε
καί ἡ ψυ­χή μας πα­ρα­μέ­νει εἰ­ρη­νι­κή καί ὁ Θε­ός γί­νε­ται πι­ό ἐ­λε­η­τι­κός
ἀ­πέ­να­ντί μας. Ἔ­τσι μᾶς χα­ρί­ζει εἴ­τε τήν ὑ­γεί­α εἴ­τε, του­λά­χι­στον,
πα­ρη­γο­ρι­ά καί πα­ρά­κλη­ση μέ­σα στόν πό­νο.

***

ΓΙ­Α­ΤΙ  Ο  ΘΕ­ΟΣ  Ε­ΠΙ­ΤΡΕΠΕΙ  ΤΗΝ  ΠΑ­ΡΑ­ΤΑ­ΣΗ

ΜΙ­ΑΣ  ΑΣΘΕΝΕΙ­ΑΣ;

Ὁ Κύ­ρι­ος ἀ­φή­νει μι­άν ἀρ­ρώ­στι­α νά
πα­ρα­τεί­νε­ται, ὅ­ταν βλέ­πει ὅ­τι αὐ­τή συμ­βάλ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν
ὑ­γεί­α στή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.

(Ἀ­πό τό βι­βλί­ο «Χει­ρα­γω­γί­α στήν
πνευ­μα­τι­κή ζω­ή», σελ. 25-31, ἔκ­δ. Ἱ.Μο­νῆς Πα­ρα­κλή­του).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *