ΒΡΗ­ΚΑ ΤΟΝ ΧΡΙ­ΣΤΟ!!!

Uncategorized

      

       «Αὔ­ρι­ο
τό πρω­ΐ», ἄρ­χι­σε νά λέ­ει ὁ ­χει­ρουρ­γός, «θά σοῦ ἀ­νοί­ξω τήν ­καρ­δι­ά».

_
Ὦ, γι­α­τρέ, εἶ­πε ὁ μι­κρός ἀ­σθε­νής, θά βρεῖς τόν ΧΡΙ­ΣΤΟ ἐ­κεῖ!


γι­α­τρός ἔ­κα­νε πώς δέν ἄ­κου­σε καί συ­νέ­χι­σε:

_
Θά τήν ἀ­νοί­ξω τήν καρ­δι­ά σου γι­ά νά δῶ τί ζη­μι­ά ἔ­χει γί­νει…

_
Ναί, γι­α­τρέ, ἐ­κτός ἀ­π
̓ αὐ­τό θά βρεῖς καί τόν
Χρι­στό μέ­σα στήν καρ­δι­ά μου!…


γι­α­τρός κοί­τα­ξε τούς γο­νεῖς τοῦ μι­κροῦ παι­δι­οῦ πού πα­ρέ­με­ναν
σι­ω­πη­λοί, καί  συ­νέ­χι­σε:

_
Θά δῶ τί ζη­μι­ά ἔ­γι­νε καί θά δῶ τί μπο­ρῶ νά κά­νω γι­ά νά τή δι­ορ­θώ­σω.


μι­κρός ὅ­μως ἐ­πέ­με­νε:

_
Ἀλ­λά θά βρεῖς, γι­α­τρέ, καί τόν Χρι­στό μέ­σα στήν καρ­δι­ά μου. Ἡ Ἁ­γί­α
Γρα­φή λέ­γει πώς Ἐ­κεῖ­νος κα­τοι­κεῖ ἐ­κεῖ. Καί οἱ ὕ­μνοι πού ψάλ­λου­με στήν
Ἐκ­κ­λη­σί­α λέ­νε τό ἴ­δι­ο. Θά Τόν βρεῖς μέ­σα στήν καρ­δι­ά μου!


γι­α­τρός, λί­γο ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος μέ τήν ἐμ­μο­νή τοῦ μι­κροῦ, τοῦ ἀ­πά­ντη­σε:

_
Θά σοῦ πῶ τί θά βρῶ μέ­σα στήν καρ­δι­ά σου. Θά βρῶ κα­τε­στραμ­μέ­νους μῦς,
βου­λω­μέ­νες ἀρ­τη­ρί­ες καί χα­μη­λή πί­ε­ση τοῦ αἵ­μα­τος. Νά δῶ τί θά
μπο­ρέ­σω νά κά­νω…

Καί
ὁ μι­κρός ὅ­μως συ­νέ­χι­σε:

_
Θά βρεῖς καί τόν Ἰ­η­σοῦ ἐ­πί­σης. Αὐ­τός ζεῖ ἐ­κεῖ…


γι­α­τρός ἐ­πέ­στρε­ψε στό γρα­φεῖ­ο του ἀρ­κε­τά σκε­φτι­κός καί λί­γο
προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος. Πῆ­ρε τήν καρ­τέ­λα τοῦ παι­δι­οῦ στά χέ­ρι­α του καί
τήν με­λέ­τη­σε προ­σε­κτι­κά. Ὅ­λες οἱ ἰ­α­τρι­κές ἐ­ξε­­­τά­σεις πού εἶ­χαν
γί­νει ἔ­δει­χναν κα­τε­στραμ­μέ­νη ἀ­ορ­τή, κα­τε­στραμ­μέ­νη βαλ­βί­δα καί
μί­α γε­νι­κευ­μέ­νη κα­τα­στρο­φή τῶν μυ­ῶν τῆς καρ­δι­ᾶς. Μέ κόκ­κι­νο
μο­λύ­βι εἶ­χε ση­μει­ώ­σει: «Δέν ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα γι­ά με­τα­μό­σχευ­ση.
Θε­ρα­πευ­τι­κή ἀ­γω­γή: παυ­σί­πο­να καί πα­ρα­μο­νή στό κρε­βά­τι.
Πρό­γνω­ση: θά­να­τος μέ­σα σέ ἕ­να χρό­νο».

Ἔ­βα­λε
τό πρό­σω­πό του μέ­σα στά δυό χέρι­α του καί ἔ­μει­νε γι­ά πολ­λή ὥ­ρα ἔ­τσι
σκε­πτι­κός. Ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ παι­δι­οῦ ἦ­ταν τρα­γι­κή. Ἐ­κεῖ­νο ὅ­μως
πί­στευ­ε στόν Θε­ό καί στόν Ἰ­η­σοῦ…. Ἕ­να σω­ρό «γι­α­τί» τόν βα­σά­νι­ζαν.


ἴ­δι­ος ἐ­δῶ καί πολ­λά χρό­νι­α εἶ­χε πά­ψει νά ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­ά τά
πρά­γμα­τα τοῦ Θε­οῦ. Τώ­ρα ὅ­μως ἄρ­χι­σε νά λυ­γί­ζει. Κά­ποι­α στι­γμή
στρά­φη­κε πρός τά ἐ­πά­νω καί φώ­να­ξε:

_
Γι­α­τί; Γι­α­τί τό ἐ­πέ­τρε­ψες αὐ­τό; Γι­α­τί νά ὑ­πο­φέ­ρει αὐ­τό τό παι­δί;
Γι­α­τί νά εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νά πε­θά­νει σέ λί­γο;

Καί
ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ ἀ­πά­ντη­σε:

_
Τό ἀ­γό­ρι αὐ­τό εἶ­ναι τό πρό­βα­τό μου καί θά ἐπ­ισ­τρέ­ψει στό κο­πά­δι μου.
Ἔ­χει φέ­ρει εἰς πέ­ρας τήν ἀ­πο­στο­λή του πού ἦ­ταν νά φέ­ρει πί­σω στό
κο­πά­δι μου ἕ­να ἄλ­λο χα­μέ­νο πρό­βα­τό μου!!!

Τά
μά­τι­α τοῦ γι­α­τροῦ γέ­μι­σαν δά­κρυ­α…

Τό
με­ση­μέ­ρι τῆς ἑ­πό­με­νης ἡμέ­ρας ὁ γι­α­τρός στε­κό­ταν δί­πλα στό κρε­βά­τι
τοῦ μι­κροῦ παι­δι­οῦ. Οἱ γο­νεῖς του βρί­σκο­νταν ὄρ­θι­οι μπρο­στά στά
πό­δι­α του. Ἡ ἀ­γω­νί­α ἦ­ταν ἔκ­δη­λη στά πρό­σω­πα ὅ­λων. Κά­ποι­α στι­γμή ὁ
μι­κρός ἄρ­χι­σε νά συ­νέρ­χε­ται ἀ­πό τή νάρ­κω­ση. Μό­λις ἄ­νοι­ξε τά μά­τι­α
του καί εἶ­δε τόν γι­α­τρό ψέλ­λι­σε:

_
Γι­α­τρέ, ἄ­νοι­ξες τήν καρ­δι­ά μου;

_
Ναί, παι­δί μου, τοῦ ἀ­πά­ντη­σε ὁ χει­ρουρ­γός.

_
Τί βρῆ­κες, γι­α­τρέ;

_
Βρῆ­κα τόν Χρι­στό ἐ­κεῖ, παι­δί μου… ἀ­πά­ντη­σε ὁ γι­α­τρός.

 (Ἀναδημοσίευση
ἀπό τόν ἐπετειακό τόμο
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, πενταετίας
2005-2009)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *