Ἡ ὁμιλία τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη πρός τούς Γυμνασιόπαιδες στήν Πνύκα

Uncategorized

 

Τ

ά πατρικά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ
Μοριᾶ πρός τή νέα γενιά, στά τότε Γυμνασιόπαιδα ἀποτελοῦν πολύτιμη ἐθνική
παρακαταθήκη καί γιά τήν νεολαία τῆς Ἑλλάδας, τούς σημερινούς νέους τῆς
πατρίδας μας.

Ἡ ὁμιλία ἐκφωνήθηκε στήν Πνύκα στίς 8
Νοεμβρίου 1838 καί εἶναι λόγος διαχρονικός καί πάντοτε ἐπίκαιρος γιά ὅλους
τούς Νεοέλληνες.

Ἡ πρώτη προτροπή τοῦ μεγάλου ἡγέτη τῆς Ἑλληνικῆς
Ἐπανάστασης πρός τούς νέους εἶναι νά ἀποφεύγουν τή διχόνοια πού δίχασε
τούς  Ἕλληνες κατά τή διάρκεια τοῦ Ἀγώνα
καί ἔβλαψε τήν Ἐπανάσταση: «Ἐξ αἰτίας τῆς διχόνοιας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιά ἐπάνω
μας καί κοντέψαμε νά χαθοῦμε καί εἰς τούς στερνούς ἑπτά χρόνους δέν κατορθώσαμε
μεγάλα πράγματα».

Ἡ δεύτερη πνευματική παρακαταθήκη τοῦ ἔνδοξου
ἀρχιστρατήγου εἶναι ἡ διαφύλαξη τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης μας: «Πρέπει νά
φυλάξετε τήν πίστη σας καί νά τήν στερεώσετε, διότι ὅταν ἐπιάσαμε τά ἄρματα, εἴπαμε
πρῶτα “ὑπέρ Πίστεως” καί ἔπειτα “ὑπέρ Πατρίδος”».

Ἡ τρίτη συμβουλή-παραίνεση τοῦ Θεοδώρου
Κολοκοτρώνη πρός τούς νέους, αὐτοῦ τοῦ σοφοῦ «ἀγράμματου» κατά τήν δική του ὁμολογία,
εἶναι ἡ ἀπόκτηση παιδείας, ἡ μόρφωση: «Νά σκλαβωθεῖτε εἰς τά γράμματά σας»,
τούς παραγγέλει. Καί τό σπουδαιότερο: «Ἡ προκοπή σας καί ἡ μάθησή σας νά μήν
γίνει σκεπάρνι μόνο διά τό ἄτομό σας, ἀλλά νά κοιτάζει τό καλό τῆς κοινότητος,
καί μέσα εἰς τό καλό εὑρίσκεται καί τό δικό σας καλό
».


«Παιδιά
μου!

»Εἰς
τόν τόπον τοῦτο, ὁπού ἐγώ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καί ἐδημηγοροῦσαν τόν παλαιό
καιρό ἄνδρες σοφοί καί ἄνδρες μέ τούς ὁποίους δέν εἶμαι ἄξιος νά συγκριθῶ καί οὔτε
νά φθάσω τά ἴχνη των. Ἐγώ ἐπιθυμοῦσα νά σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τήν μεγάλη
δόξα τῶν προπατόρων μας καί ἔρχομαι νά σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τόν καιρό τοῦ ἀγῶνος
καί πρό αὐτοῦ καί ὕστερα ἀπ᾿ αὐτόν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα καί ἀπ᾿ αὐτά νά κάμωμε
συμπερασμούς καί διά τήν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεός μόνος ἠξεύρει
τά μέλλοντα.

»Καί
διά τούς παλαιούς  Ἕλληνας, ὁποίας
γνώσεις εἶχαν καί ποία δόξα καί τιμήν ἔχαιραν κοντά εἰς τά ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ
των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικούς εἶχαν, διά ταῦτα σᾶς λέγουν καθ᾿ ἡμέραν
οἱ διδάσκαλοί σας καί οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγώ δέν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω
μόνον πώς ἦταν σοφοί καί ἀπό ἐδῶ ἐπῆραν καί ἐδανείσθησαν τά ἄλλα ἔθνη τήν
σοφίαν των.

»Εἰς
τόν τόπον τόν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοί  Ἕλληνες ἀπό τούς ὁποίους καί ἡμεῖς καταγόμεθα
καί ἐλάβαμε τό ὄνομα τοῦτο. Αὐτοί διέφεραν ἀπό ἡμᾶς εἰς τήν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν
τές πέτρες καί τά ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στόν κόσμο ὁ Χριστός οἱ λαοί ὅλοι ἐπίστευσαν
εἰς τό Εὐαγγέλιό Του καί ἔπαυσαν νά λατρεύουν τά εἴδωλα. Δέν ἐπῆρε μαζί Του οὔτε
σοφούς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλούς ἀνθρώπους χωρικούς καί ψαράδες καί μέ τή
βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τές γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι
ὅπου καί ἄν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καί οἱ βασιλεῖς καί οἱ τύραννοι τούς
κατέτρεχαν, δέν ἠμπόρεσε κανένας νά τούς κάμῃ τίποτα. Αὐτοί ἐστερέωσαν τήν
πίστιν.

***

»Οἱ
παλαιοί  Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν
εἰς τήν διχόνοια καί ἐτρώγονταν μεταξύ τους καί ἔτσι ἔλαβαν καιρό πρῶτα οἱ Ρωμαῖοι,
ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καί τούς ὑπόταξαν
. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμᾶνοι καί ἔκαμαν
ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διά νά ἀλλάξη ὁ λαός τήν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς
πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νά τό κατορθώσουν. Τόν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος
τό Σταυρό του ἔκαμε. Σάν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτᾶνος, διόρισε ἕνα βιτσερέ [ἀντιβασιλέα],
ἕναν πατριάρχη, καί τοῦ ἔδωσε τήν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτός καί ὁ λοιπός κλῆρος
ἔκαμαν ὅ,τι τούς ἔλεγε ὁ σουλτᾶνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες [προεστοί]
εἰς ὅλα τά μέρη.

»Ἡ
τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καί οἱ προκομμένοι, τό καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μήν ὑποφέρνοντες
τόν ζυγό ἔφευγαν καί οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καί ἔφευγαν ἀπό τήν Ἑλλάδα, τήν
πατρίδα των καί ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπό τά μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν
εἰς ἀθλίαν κατάσταση καί αὐτή αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἄν εὑρίσκετο
μεταξύ τοῦ λαοῦ κανείς μέ ὀλίγην μάθηση, τόν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε
προνόμια, ἤ ἐσύρετο ἀπό τόν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἐγίνετο γραμματικός
τοῦ προεστοῦ.

»Καί
μερικοί, μήν ὑποφέροντες τήν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καί βλέποντας τές δόξες καί
τές ἡδονές ὁπού ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τήν πίστη τους καί ἐγίνοντο Μουσουλμᾶνοι.
Καί τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαός ἐλίγνευε καί ἐπτώχαινε.

»Εἰς
αὐτήν τήν δυστυχισμένη κατάσταση, μερικοί ἀπό τούς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν
καί ἔστελναν εἰς τήν Ἑλλάδα βιβλία καί εἰς αὐτούς πρέπει νά χρεωστοῦμε εὐγνωμοσύνη,
διότι εὐθύς ὁπού κανένας ἄνθρωπος ἀπό τό λαό ἐμάνθανε τά κοινά γράμματα, ἐδιάβαζεν
αὐτά τά βιβλία καί ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης
καί ἄλλοι πολλοί παλαιοί μας καί ἐβλέπαμε καί εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα
τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τό νοῦ νά τούς μιμηθοῦμε καί νά γίνουμε εὐτυχέστεροι.
Καί ἔτσι ἔγινε καί ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

***

»Ὅταν
ἀποφασίσαμε νά κάμωμε τήν Ἐπανάσταση, δέν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε
πώς δέν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τά κάστρα καί τάς πόλεις,
οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε νά πολεμήσετε μέ σιταροκάραβα
βατσέλα», ἀλλά ὡς μία βροχή ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας
καί ὅλοι καί ὁ κλῆρος μας καί οἱ προεστοί καί οἱ καπεταναῖοι καί οἱ
πεπαιδευμένοι καί οἱ ἔμποροι, μικροί καί μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτό τό
σκοπό καί ἐκάμαμε τήν Ἐπανάσταση.

»Εἰς
τόν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καί ὅλοι ἐτρέχαμε
σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τόν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα
του ἐζύμωνε, τό παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμί καί μπαρουτότουβλα εἰς τό στρατόπεδον
καί ἐάν αὐτή ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυό χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καί τήν
Θεσσαλία καί τήν Μακεδονία καί ἴσως ἐφθάναμε καί ἕως τήν Κωνσταντινούπολη.
Τόσον τρομάξαμε τούς Τούρκους ὁπού ἄκουγαν 
Ἕλληνα καί ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατόν  Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός καί ἕνα
καράβι μίαν ἀρμάδα. Ἀλλά δέν ἐβάσταξε!

Ἦλθαν
μερικοί καί ἠθέλησαν νά γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τοῦ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε
τό μπαρμπέρισμά τους. Μά τί νά κάμομε; Εἴχαμε καί αὐτουνῶν τήν ἀνάγκη. Ἀπό τότε
ἤρχισεν ἡ διχόνοια καί ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καί ὁμόνοια.

Καί ὅταν ἔλεγες τόν Κώστα νά δώσει χρήματα διά τάς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους ἤ νά ὑπάγει
εἰς τόν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλε τόν Γιάννη.

Καί
μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο κανείς δέν ἤθελε οὔτε νά συνδράμει οὔτε νά πολεμήσει. Καί τοῦτο
ἐγίνετο, ἐπειδή δέν εἴχαμε ἕνα ἀρχηγό καί μίαν κεφαλή. Ἀλλά ἕνας ἔμπαινε
πρόεδρος ἕξι μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καί τόν ἔριχνε καί ἐκάθετο αὐτός ἄλλους
τόσους, καί ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καί ὁ ἄλλος τό ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τό
καλό, πλήν καθένας κατά τήν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ τό
σπίτι δέν χτίζεται οὔτε τελειώνει.

»Ὁ
ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει νά βλέπει εἰς τό ἀνατολικό μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τό ἀντικρινό
καί ἄλλος εἰς τόν Βορέα, σάν νά ἦτον τό σπίτι εἰς τόν ἀραμπά καί νά γυρίζει,
καθώς λέγει ὁ καθένας. Μέ τοῦτο τόν τρόπο δέν κτίζεται ποτέ τό σπίτι, ἀλλά
πρέπει νά εἶναι ἕνας ἀρχιτέκτων, ὁπού νά προστάζει πῶς θά γενεῖ. Παρομοίως καί ἡμεῖς
ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγό καί ἕναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νά προστάζει καί οἱ ἄλλοι
νά ὑπακούουν καί νά ἀκολουθοῦν. Ἀλλ᾿ ἐπειδή εἴμεθα εἰς τέτοια κατάσταση, ἐξ
αἰτίας τῆς διχόνοιας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιά ἐπάνω μας καί κοντέψαμε νά χαθοῦμε,
καί εἰς τούς στερνούς ἑπτά χρόνους δέν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

***

»Εἰς
αὐτή τήν κατάσταση ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τά πράγματα ἡσυχάζουν καί τό ἐμπόριο καί
ἡ γεωργία καί οἱ τέχνες ἀρχίζουν νά προοδεύουν καί μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτή ἡ
μάθησις θά μᾶς αὐξήσει καί θά μᾶς εὐτυχήσει. Ἀλλά διά νά αὐξήσομεν, χρειάζεται
καί ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μέ τήν καλλιέργεια καί μέ
τήν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου. Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καί συμμορφώνεται μέ τόν
τόπο μας, δέν εἶναι προσωρινός, ἀλλ᾿ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχική καί θά
περάσει εἰς τά παιδιά τῶν παιδιῶν του, καί μέ αὐτόν κι ἐσεῖς καί τά παιδιά σας
θά ζήσετε.

»Πρέπει
νά φυλάξετε τήν πίστη σας καί νά τήν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τά ἄρματα
εἴπαμε πρῶτα ὑπέρ πίστεως καί ἔπειτα ὑπέρ πατρίδος
. Ὅλα τά ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν
καί φυλάττουν μία Θρησκεία. Καί αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καί
μισοῦντο καί ἀπό ὅλα τά ἔθνη, μένουν σταθεροί εἰς τήν πίστη τους.

»Νά
μήν ἔχετε πολυτέλεια, νά μήν πηγαίνετε εἰς τούς καφενέδες καί τά μπιλιάρδα. Νά
δοθεῖτε εἰς τάς σπουδάς σας καί καλύτερα νά κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καί τρεῖς
χρόνους καί νά ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τό ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρά νά περάσετε
τέσσαρους-πέντε χρόνους τή νεότητά σας, καί νά μείνετε ἀγράμματοι. Νά
σκλαβωθεῖτε εἰς τά γράμματά σας.

»Νά
ἀκούετε τάς συμβουλάς τῶν διδασκάλων καί γεροντοτέρων, καί κατά τήν παροιμία,
«μύρια ἤξευρε καί χίλια μάθαινε». Ἡ προκοπή σας καί ἡ μάθησή σας νά μήν
γίνει σκεπάρνι μόνο διά τό ἄτομό σας, ἀλλά νά κοιτάζει τό καλό τῆς κοινότητος,
καί μέσα εἰς τό καλό αὐτό εὑρίσκεται καί τό δικό σας καλό.

»Ἐγώ,
παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος,
καί διά τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δέν ὁμιλῶ καθώς οἱ δασκάλοι σας. Σᾶς εἶπα
ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καί ἐγνώρισα, διά νά ὠφεληθεῖτε ἀπό τά περασμένα καί ἀπό
τά κακά ἀποτελέσματα τῆς διχόνοιας, τήν ὁποίαν νά ἀποστρέφεστε, καί νά ἔχετε ὁμόνοια.

»Ἐμᾶς
μή μᾶς τηρᾶτε, πλέον. Τό ἔργον μας καί ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καί αἱ ἡμέραι τῆς
γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τό δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τήν ἡμέρα τῆς
ζωῆς μας θέλει διαδεχθεῖ ἡ νύκτα καί ἡ αὐριανή ἡμέρα.

»Εἰς
ἐσᾶς μένει νά ἰσάσετε καί νά στολίσετε τόν τόπο, ὁπού ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε καί
διά νά γίνει τοῦτο πρέπει νά ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τήν ὁμόνοια, τήν
θρησκεία, τήν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καί τήν φρόνιμον ἐλευθερία!».

ΦΙΛΑΓΙΟΣ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *