Τί φρονεῖ ὁ Ἅγιος Νικόδημος γιά τή θεία Κοινωνία ;

Uncategorized
ΑΠΟ ΤΗΝ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ»
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΠΕ­ΡΙ ΤΟΥ ΜΥ­ΣΤΗ­ΡΙ­ΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙ­ΑΣ ΕΥ­ΧΑ­ΡΙ­ΣΤΙ­ΑΣ»
 Τήν φετινή ἄνοιξη, μέ ἀφορμή τήν
ἀποκαλούμενη (κατ᾿ εὐφημισμόν ὅπως ἀποδεικνύουν τά ἐπιστημονικά δεδομένα
νηφάλιων, μή στρατευμένων ἐπιστημόνων) «πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ», τά ΜΜΕ ἐν χορῷ
στοχοποίησαν τόν ἐκκλησιασμό καί εἰδικώτερα τήν θεία Κοινωνία, ὡς τρόπο
μετάδοσης τῆς ἐπικίνδυνης ἴωσης. Μάλιστα γιά νά γίνουν περισσότερο δεκτικά τά
μέτρα πού ἐκπορεύονταν ἀπό μία κατ᾿ ἐπίφαση πατριωτική κυβέρνηση, οἱ
περιορισμοί καί οἱ ἀπαγορεύσεις ξεκίνησαν πρῶτα ἀπό τά καρναβάλια (ὁπότε
εὐλόγως κέρδισε ἡ κυβέρνηση τίς ἐντυπώσεις ἀπό ἐμᾶς τούς ἀφελεῖς χριστιανούς),
στή συνέχεια ἔγινε γενική παύση ὅλων τῶν δραστηριοτήτων («lockdown»),
περιορισμός μετακινήσεων χάριν τῆς προάσπισης δῆθεν τῆς δημόσιας ὑγείας (ὅλη ἡ
χώρα μά καί ὁλόκληρη ἡ ὑφήλιος ἀναμετρήθηκε μέ μιά… γρίππη). Στή συνέχεια, μέ
τρόπο δόλιο οἱ ἀπαγορεύσεις ἔφθασαν καί στό «λογικό» ἐρώτημα: «μά ἀφοῦ ὅλοι
κάτι θυσίασαν γιά νά ἀποφευχθεῖ ὁ θανατηφόρος συγχρωτισμός, νά μήν κάνει τό
ἴδιο καί ἡ Ἐκκλησία;». Ἔτσι λοιπόν οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου,
χωρίς κάν νά συγκαλέσουν ὅλη τήν Ἱεραρχία γιά τό μεῖζον αὐτό θέμα, καταπατώντας
τόν Συνοδικό θεσμό, μέ ξεθωριασμένη πνευματικότητα προέταξαν προτεσταντικῷ τῷ
τρόπῳ «τό κοινό καλό», ἔκαναν μιά καλή πράξη γιά νά μήν ἔχουν νά λένε οἱ
«θύραθεν» πώς οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνυπάκουοι καί ἀπείθαρχοι.
Ἠθέλησαν νά ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους καί ὄχι στόν Θεό…
Ἀπαγορεύτηκε λοιπόν ὁ ἐκκλησιασμός.
Ἀκόμη καί αὐτό τό φτωχό ὑποκατάστατο τῆς λεγομένης «ἀτομικῆς προσευχῆς»
(ἀλήθεια ὑπάρχει τέτοιο πράγμα στήν Ὀρθοδοξία; ποιός ἐπινόησε τούς ὅρους
αὐτούς;) δέν ἦταν γραμμένο στίς ἕξι αἰτίες κατ᾿ ἐξαίρεσιν ἐξόδου στά
«συγχωροχάρτια» μετακίνησης τῆς Κυβέρνησης. Ἡ συνέχεια γνωστή: ἀπειλές,
πρόστιμα, παρακολούθηση ἀπό τήν ἀστυνομία τῶν πιθανῶν «ἑστιῶν μόλυνσης», δηλαδή
τῶν Ὀρθοδόξων Ναῶν, προσαγωγές, συλλήψεις, συστάσεις, εἰσαγγελικές παρεμβάσεις,
εἰρωνείες, βλασφημίες κατά τῆς θείας Κοινωνίας καί τό χειρότερο: σέ κάποιες
περιπτώσεις αὐτοί πού ἀπαγόρευσαν τήν τέλεση ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ἦταν οἱ ἴδιοι οἱ
Ποιμένες, οἱ ἀρχιερεῖς, γιά νά δείξουν στήν Ἐξουσία πόσο καλά τῆς ὑποτάσσονται,
πόσο πειθήνιοι τῆς εἶναι καί πόσο τέλος πάντως ἀξίζουν καί αὐτοί τά ψαροκόκαλα
μέ τά ὁποῖα θά ἀνταμείψει τούς «φρονίμους υἱούς» ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ αἰῶνος
τούτου τοῦ ἀπατεῶνος….

Γιά νά μήν ἐπεκταθοῦμε περισσότερο,
τό θέμα τό ὁποῖο, τό παρόν μικρό πόνημά μας, ἀξιώνει νά ἀναδείξει εἶναι τί φρονεῖ (σέ ἐνεστῶτα χρόνο, ἀφοῦ οἱ
Ἅγιοι ζοῦν αἰωνίως ἐν Χριστῷ) ὁ Ἅγιος
Νικόδημος γιά τή θεία Κοινωνία
, ἡ ὁποία τόσο λοιδορήθηκε κατά τήν περίοδο
αὐτή ἀκόμη καί ἀπό ὑψηλόβαθμα κυβερνητικά χείλη, ἀκόμη καί ἀπό αὐτήν τήν ἴδια
τήν Ὑπουργό Παιδείας καί πάλαι ποτέ Θρησκευμάτων. Καί αὐτό γιατί ἀπό χείλη ὄχι
μόνον ἀθέων καί ἀσχέτων –εἰδημόνων καί μή– 
ἀκούστηκαν βλασφημίες, ἀλλά καί γιατί ἐν τοῖς πράγμασι οἱ βλασφημίες
αὐτές υἱοθετήθηκαν ἐν τῇ πράξει ἀπό μερίδα κλήρου καί λαοῦ, ἀκόμη καί ἀπό
ἀρχιερεῖς.
Ἐνδεικτικά, εἴδαμε ὑπερατλαντικό
ἀρχιερέα –καί πιθανῶς αὐριανό Οἰκουμενικό Πατριάρχη– νά κοινωνάει ἕκαστον
πιστόν μέ μοναδικό γιά κάθε πιστό κουταλάκι-λαβίδα. Εἴδαμε ὑπερσιβηρικό
ἀρχιερέα –καί πιθανότατα αὐριανό «τριτορωμαῖο» Πατριάρχη– νά ἐμβαπτίζει τήν ἁγία
Λαβίδα μετά τήν μετάληψη ἑκάστου πιστοῦ σέ δύο νεροπότηρα, τό ἕνα ἀπό τά ὁποῖα
ἐγράφη πώς ἦταν ξίδι (ἀλήθεια, πόσο εὔκολα ξαναγυρίσαμε στό «ὄξος καί χολή»!).
Ἄλλος στρατευμένος οἰκουμενιστής δημοσιογράφος παρερμήνευσε σχόλιο τοῦ Ἁγίου
Νικοδήμου στό Πηδάλιον καί ἐσφαλμένως
τοῦ ἀπέδωσε δῆθεν πρακτική τῆς μετάληψης βαρέως πασχόντων ἀπό λοιμῶδεις νόσους
μέ λαβίδες πού ἀπολυμαίνονταν μέ ξίδι. Ἀρχιερεύς πού συγχρωτίζεται μέ χαρά σέ
κάθε εὐκαιρία μέ «κοκκινοσκουφίτσες», φόρεσε μία καί στό χέρι του γιά νά μήν μολύνει
(ἤ νά μήν μολύνεται;) τούς πιστούς δίνοντας τους ἀντίδωρο. Καί ἄλλα πολλά πού
«διηγώντας τα νά κλαῖς»…..
Ἀλήθεια ὅμως, τί εἶναι ἡ θεία Κοινωνία; Ἐπικαλούμενοι τόν θεῖο φωτισμό θά
προσεγγίσουμε κατά τό ἀνθρώπινον τό ὑπερφυές αὐτό Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, γιά
νά βοηθήσουμε ἀπό ἀγάπη καί σεβασμό τούς σκανδαλισμένους ἀδελφούς μας καί ἴσως
καί τούς καλόγνωμους ἐκ τῶν ἀμφισβητιῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἄν καί ἐμεῖς
σιωπήσουμε, «οἱ λίθοι κεκράξονται».   
Μολύνει λοιπόν ἡ θεία Κοινωνία; Ἄς δοῦμε τί γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος στό βιβλίο του
«Ὁμολογία Πίστεως» καί εἰδικά στό κεφάλαιο 
«ΠΕ­ΡΙ ΤΟΥ ΜΥ­ΣΤΗ­ΡΙ­ΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙ­ΑΣ ΕΥ­ΧΑ­ΡΙ­ΣΤΙ­ΑΣ». Παραθέτουμε
ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα ἀπό τό κείμενο σέ νεοελληνική ἀπόδοση. Στίς δέ
ὑποσημειώσεις τοῦ παρόντος πονήματος μπορεῖ κανείς νά τό ἀναγνώσει καί εἰς τό
πρωτότυπο, κάτι πού συστήνουμε ἐνθέρμως. Μολονότι τό  κείμενο γράφτηκε πρό
δύο καί πλέον αἰώνων, εἶναι γραμμένο σέ γλώσσα πολύ κατανοητή σέ μᾶς, πολύ
κοντά στή σύγχρονη καθομιλουμένη.
Α΄. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα
τοῦ Κυρίου ἐν τῷ Ποτηρίῳ εἶναι πραγματικό[1]
Ἀδίστακτα
λοιπόν πιστεύουμε μέ τήν καρδιά, ὁμολογοῦμε καί μέ τό στόμα πρός σωτηρία καί μέ
τό χέρι γράφουμε πρός διαβεβαίωση, ὅτι τό πανάχραντο Σῶμα τοῦ Κυρίου καί τό
ζωοοιό Του Αἷμα εἶναι πρῶτα ἀπό ὅλα πραγματικό καί δεύτερο εἶναι πνευματικό.
Εἶναι πραγματικό, διότι ὁ ἐκτεθειμένος Ἄρτος, πού βρίσκεται μετά ἀπό τόν
καθαγιασμό πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα εἶναι ἀληθινά αὐτό τό Σῶμα τοῦ Κυρίου μας
Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὄχι ἄλλο καί διαφορετικό. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Οἶνος, πού
βρίσκεται μετά τόν καθαγιασμό μέσα στό Ποτήριο, αὐτό εἶναι ἀληθινά τό ζωοποιό
Αἷμα τοῦ Κυρίου καί ὄχι ἄλλο καί διαφορετικό. Καί ἐπειδή δέν εἶναι ἄλλο καί
διαφορετικό σῶμα, ἀλλά πραγματικά ἕνα καί τό αὐτό, ἀπό αὐτό συμπεραίνεται ὅτι ὁ
ἁγιασμένος Ἄρτος εἶναι αὐτό τό Σῶμα τοῦ Κυρίου, πού πραγματικά συνελήφθηκε από
τό Ἅγιο Πνεῦμα (πού τό Ἅγιο Πνεῦμα δηλαδή ἐνέργησε νά κυοφορηθεῖ)· αὐτό πού
πραγματικά γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο· αὐτό πού πραγματικά βαπτίσθηκε· αὐτό πού
πραγματικά ἔπαθε (ὑπέφερε δηλαδή παθήματα)· αὐτό πού πραγματικά σταυρώθηκε·
αὐτό πού πραγματικά τάφηκε· αὐτό πού πραγματικά ἀναστήθηκε· αὐτό πού πραγματικά
ἀναλήφθηκε στούς Οὐρανούς· αὐτό πού πραγματικά κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα·
καί αὐτό πού πραγματικά πρόκειται νά ἔρθει γιά νά κρίνει ζωντανούς καί νεκρούς.
Β΄. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα
τοῦ Κυρίου ἐν τῷ Ποτηρίῳ εἶναι πνευματικό γιά δύο λόγους:
1. Διότι τό Μυστήριον
τελεσιουργεῖται  ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[2]
Ἐπίσης τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, πού ἀναφέρεται στό Μυστήριο, εἶναι
καί Πνευματικό, δηλαδή μολονότι εἶναι Πραγματικό καί ἀληθινό, ὅπως εἴπαμε
παραπάνω, δέν εἶναι ὅμως καί φυσικό ἤ ὁρατό ἤ κάν ἀντιληπτό μέ τίς αἰσθήσεις,
ἀλλά εἶναι Πνευματικό. Καί αὐτό γίνεται κατανοητό μέ δύο τρόπους. Πρῶτον, διότι
τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου πού ἀναφέρεται στό  Μυστήριο ἐνεργεῖται καί
τελεσιουργεῖται  ὄχι μέ τή μεσολάβηση τῶν νόμων τῆς φύσεως, ἀλλά μέ τήν
παντοκρατορική ἐνέργεια καί δύναμη τοῦ Παναγίου καί Τελεταρχικοῦ Πνεύματος. Ὡς
ἐκ τούτου τό Μυστήριο  αὐτό εἶναι ὑπερφυσικό, εἶναι ἀκατάληπτο, εἶναι
ἀκατανόητο καί ἑπομένως εἶναι ἄρρητο καί ἀνέκφραστο καί γίνεται ἀποδεκτό μόνο
μέ τήν Πίστη.
Β΄. 2. Τό Σῶμα καί τό
Αἷμα τοῦ Κυρίου ἐν τῷ Ποτηρίῳ δέν εἶναι αἰσθητόν, ἀλλά νοεῖται κατά τόν τρόπο
τῆς ψυχῆς[3]
Δεύτερο, εἶναι Πνευματικό τό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου στό Μυστήριο τῆς
θείας Εὐχαριστίας, διότι αὐτό δέν κατανοεῖται μέ τόν τρόπο τοῦ ἀνθρωπίνου
σώματος (σ.σ.: δηλαδή δέν πρέπει νά περιμένουμε νά ἀντικρύσουμε ἀνθρώπινο
σῶμα), ἀλλά σύμφωνα μέ τόν τρόπον τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι πνεῦμα, ὅπως λέει ὁ
Συρίγου Μελέτιος.῾Επομένως, ἀπ᾿ αὐτό προκύπτει ὅτι ὅπως τό Πνεῦμα, ἡ ψυχή
λοιπόν εἶναι ἀόρατη καί δέν γίνεται ἀντιληπτή μέ τίς αἰσθήσεις· ἔτσι καί τό
Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου στήν Εὐχαριστία εἶναι ἀόρατα καί δέν γίνονται
ἀντιληπτά μέ τίς αἰσθήσεις, ἐπειδή βρίσκονται πάνω ἀπό τή γνώση τῶν αἰσθήσεων.
Διότι λέει ὁ ἴδιος Συρίγου· «οὔτε ὁρατό καί ὁλωσδιόλου ἀντιληπτό μέ τίς
αἰσθήσεις πιστεύουμε ὅτι εἶναι τό Σῶμα τοῦ Κυρίου· ἀλλά λέμε ὅτι σκεπάζεται
κάτω ἀπό τό ἔνδυμα (σ.σ.: κάλυμμα) τοῦ ἄρτου καί ὅτι εἶναι παρόν στήν Εὐχαριστία
μέ τρόπο ἀόρατο.» Γι᾿ αὐτό τό λόγο μερικοί ὄχι ὀρθῶς, μεταχειριζόμενοι
καταχρηστικά τό ὄνομα τοῦ Πραγματικοῦ, θέλουν νά τελεῖται ἡ αἰσθητή σφαγή
σώματος καί αἰσθητή ἔκχυση αἵματος κατά τό Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας· διότι ἄν
συνέβαινε αὐτό, θά ἔπρεπε νά συνεργήσουν μέ τρόπο ὁρατό καί ὅλα τά αἰσθητά
(σ.σ. δηλαδή τά ἀντιληπτά διά τῶν αἰσθήσεων) ὄργανα πού ὑπηρέτησαν σ᾿ αὐτοῦ τοῦ
εἴδους τή σφαγή καί σ᾿ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἔκχυση τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, ὁ
Σταυρός δηλαδή καί τά καρφιά καί ἡ λόγχη καί τά ὑπόλοιπα· ἀλλά δέν συμβαίνει
αὐτό, δέν συμβαίνει· γιατί, ἄν καί εἶναι πραγματική ἡ Θυσία τοῦ Σώματος τοῦ
Κυρίου στό Μυστήριο, εἶναι ὅμως καί Πνευματική, δηλαδή μυστική, ἀόρατη καί
βρίσκεται πάνω ἀπό τή γνώση τῶν αἰσθήσεων· γι᾿ αὐτό καί ὀνομάζεται ἀναίμακτη
Θυσία. Διότι πίστη προϋποθέτουν τά Μυστήρια καί ὄχι γνώση μέ τίς αἰσθήσεις.
Γ΄. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἐν
τῷ Ποτηρίῳ εἶναι ἄφθαρτο καί τό μετά τήν Ἀνάσταση. Σέ κάθε μέρος του εἶναι τό
ὅλον.[4]
Ὅταν λέω, προέκυψε αὐτό, ὅσοι
εἶχαν ὀρθό φρόνημα ἔφεραν μαρτυρίες ἀπό τόν Κύριλλο καί τόν Χρυσόστομο καί τόν
Γρηγόριο τόν Νύσσης καί τόν Εὐτύχιο τόν Κωνσταντινουπόλεως ὅτι· «Τό Σῶμα τοῦ
Χριστοῦ μέσα στό Μυστήριον εἶναι ἄφθαρτο ἐπειδή εἶναι ἐκεῖνο τό μετά τήν
Ἀνάσταση ἀπαθές, ὄχι τό παθητό καί πρό τοῦ Πάθους
(σ.σ. δηλαδή ἐκεῖνο πού ἦταν
δεκτικό σέ μεταβολές καί ὑποκείμενο στή φθορά
)· καί ὅποιος δέχεται λαμβάνει
μερίδα ἀπό τόν Ἄρτο, ὅλον τόν  Χριστό
λαμβάνει (βλέπε ὑποσημείωση) καί μετέχει μέ τρόπο παράδοξο στό θεῖο ἔργο τοῦ
Θεοῦ γιά ζωή αἰώνια». Ἐπιπλέον ἀκόμη παρουσίασαν καί παραδείγματα ἀπό τόν
Εὐτύχιο πού ἀναφέραμε παραπάνω μέ τό νά λένε· «πραγματικά λοιπόν ὁλόκληρο τό
ἅγιο Σῶμα καί τό τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου δέχεται κανείς, ἄν δεχθεῖ ἔστω ἕνα μέρος
αὐτῶν· διότι διαμοιράζεται σέ ὅλες τίς μερίδες ἀδιαιρέτως ἐξαιτίας τῆς ἕνωσης·
μέ τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο πού καί μιά σφραγίδα μεταδίδει ὅλα τά ἀνάγλυφα
σχήματα καί τίς εἰκόνες της σέ ἐκεῖνα
(σ.σ.
τά ἀντικείμενα)
πού θά δεχθοῦν τήν
σφράγιση καί ἐξακολουθεῖ νά παραμένει πάλι μία καί ὕστερα ἀπό τήν μετάδοση
(σ.σ. τοῦ σφραγίσματος), χωρίς νά ἐλαττώνεται
οὔτε νά ἀλλοιώνεται σέ σχέση μέ ἐκεῖνα
(σ.σ. τά ἀντικείμενα) πού συμμετέχουν στό σφράγισμα {δηλαδή ἐνῶ αὐτά εἶναι
πολλά δέν εἶναι ὅμως καί οἱ σφραγίδες πολλές
(σ.σ.:
ἀλλά εἶναι μόνο μία
)} καί στήν περίπτωση ἀκόμη κατά τήν ὁποία εἶναι
περισσότερα στόν ἀριθμό.
Ὑποσημείωση: Πρόσεχε ὅτι, μέ τό νά λένε πώς λαμβάνει ὅλον τόν
Χριστό, φανερώνουν ὅτι ἐκεῖνοι πού μεταλαμβάνουν τά Μυστήρια δέχονται ὅλον τόν
Χριστό, μαζί μέ τήν Θεότητα καί μαζί μέ τήν Ἀνθρωπότητα· δηλαδή τόν δέχονται
μαζί μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα· αὐτό εἶναι τό ἴδιο μέ τό νά ποῦμε ὅτι δέχονται
τόν τέλειο Θεό καί τόν τέλειο ἄνθρωπο· ἐπειδή καί ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός
καί τέλειος ἄνθρωπος, σύμφωνα μέ τόν Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό καί σύμφωνα μέ ὅλους
τούς Ἱερούς Θεολόγους.
Λέγει καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος · «Πλησιάζουμε ἑπομένως
μέ πίστη (στή μυστική Εὐχαριστία δηλαδή) ὁ καθένας πού ἀσθενεῖ · διότι ἄν
ἐκεῖνοι πού ἀκούμπησαν τήν ἄκρη τοῦ ἱματίου Του, ἕλκυσαν τόσο μεγάλη δύναμη,
όσο περισσότερη δύναμη θά λάβουν ἐκεῖνοι πού τόν ἔχουν στήν κατοχή τους
ὁλόκληρο;». Καί ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν εὐχή τῆς Μεταλήψεως λέει· «Κι ἐγώ ὁ
ἐλεεινός, τολμώντας νά δεχθῶ ὁλόκληρο τό Σῶμα Σου, ἄς μήν κατακαῶ».[5]
Δ΄. Συμπεράσματα
Ὕστερα ἀπό τήν παράθεση τῶν ἀνωτέρω
χωρίων, γίνεται φανερό πώς μεταλαμβάνοντας τήν θεία Κοινωνία, Αὐτόν τόν ἴδιο
τόν ἀναστημένο Θεάνθρωπο Χριστό μεταλαμβάνουμε, κατά τό «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα
καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον». Ἔτσι πράγματοποιεῖται καί ὑπό μίαν
ἄλλην ἔννοιαν τό Κυριακόν «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν» (Λκ. ιζ΄, 21).
Καί αὐτόν τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό τόν δεχόμαστε δωρεάν, δέν ἔχουμε κάτι ἄξιο νά
ἀντιπροσφέρουμε. Τό μόνον πού μᾶς ζητᾶ ὁ Χριστός, διά τῶν πνευματικῶν μας
πατέρων, εἶναι νά ἔχουμε κάνει τήν κατάλληλη προετοιμασία.
Διαβάζουμε στίς ἱερατικές εὐχές τῆς
θείας Λειτουργίας:
«Τοῦτο ἥψατο τῶν χειλέων σου, καὶ
ἀφελεῖ Κύριος πάσας τὰς ἀνομίας σου, καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ».
Αὐτή ἡ φράση προέρχεται ἀπό τό ὅραμα
τοῦ προφήτου Ἠσαΐου (κεφ. στ΄. 5-7):
«ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι
ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ
οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου. καὶ ἀπεστάλη πρός
με ἓν τῶν Σεραφίμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ
θυσιαστηρίου, καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἥψατο τοῦτο τῶν
χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ».
Ὁ ἄνθρακας εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ
λαβίδα εἶναι ἡ Θεοτόκος, μέ τή μεσολάβηση τῆς ὁποίας ἔρχεται ὁ Χριστός σέ
κοινωνία μαζί μέ τήν πεπτωκυῖα μας φύση.
Λοιπόν μέ τό ὑπερφυές αὐτό Μυστήριο
οἱ πιστοί θεούμεθα, γινόμαστε θεοί κατά χάριν, κατά τό «ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ
υἱοὶ ῾Υψίστου πάντες» (Ψαλμ. 81, 6). Μέ τήν ἱερά Ἐξομολόγηση ἀνανεώνουμε τό
Βάπτισμα. Μέ τήν ἀδιάλειπτο προσευχή ἀνανεώνουμε τό Χρίσμα. Μέ τήν θεία
Κοινωνία θεούμεθα.
Σέ κάθε θεία Λειτουργία
ἀνακεφαλαιώνεται τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ θυσία τοῦ
Χριστοῦ: τό κήρυγμά του (θεία Λειτουργία τοῦ Λόγου: Μικρή Εἴσοδος καί ἀργότερα
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα), ὁ μυστικός Δεῖπνος, τό θεῖον Πάθος-θυσία (θεία
Λειτουργία τῆς Εὐχαριστίας: Μεγάλη Εἴσοδος, Μεταβολή τιμίων δώρων, μετάληψη
κλήρου καί λαοῦ).
Κάθε ἁγία Τράπεζα, κάθε Ὀρθόδοξο
Θυσιαστήριο εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Γολγοθάς, ὁ Σταυρός, ὁ Τάφος, ὅπου ὁ Χριστός
θυσιάζεται καί ἀνασταίνεται ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Τό ἅγιο Ποτήριο
συμβολίζει τήν Θεοτόκο πού δέχθηκε μέσα της τόν Χριστό καί Τοῦ δάνεισε τήν
σάρκα της, ἐξοφλῶντας ἔτσι ἐπάξια τό δάνειο πού εἶχε λάβει ἡ Εὔα ἀπό τόν Ἀδάμ.
Ὁ Χριστός μας εἶναι ἕτοιμος νά
ξαναέλθει στή γῆ γιά νά ξαναϋποστεῖ Πάθος, ἔστω καί γιά τήν σωτηρία ἐνός μόνον
ἀνθρώπου, ὅπως εἶχε ἀποκαλύψει στόν ἀπόστολο Κάρπο.
Ἔτσι λοιπόν κατανοοῦμε πώς εἶναι
τουλάχιστον φαιδρόν ἀλλά καί ταυτόχρονα ἄξιον πολλῶν θρήνων καί πολλῶν δακρύων
νά φοβᾶται κανείς ὅτι θά κολλήσει ἀσθένεια ἀπό τήν θεία Κοινωνία. Ἡ θεία
Κοινωνία εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, εἶναι πῦρ καταναλίσκον.
Ἡ θεία
Κοινωνία καθαρίζει ἐμᾶς καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἐμεῖς νά καθαρίσουμε ἤ νά
ἀπολυμάνουμε Αὐτήν
. Καί ὄχι ἁπλῶς καθαρίζει, ἀλλά φωτίζει. Καί ὄχι ἁπλῶς
φωτίζει, ἀλλά θεώνει.
Ἄν κάποιος ἔφτασε σέ τέτοιο βάθος
κακίας καί ἀπιστίας ὥστε νά φοβᾶται μήπως κολλήσει ἀσθένεια ἀπό τή θεία
Κοινωνία, ἔχει αὐτοακυρώσει τή μόνη δυνατότητα σωτηρίας του. Δέν πιστεύει πώς
τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου μᾶς μεταγγίζει ἄκτιστη Χάρη, ἀλλά τό ἀντικρύζει
ὡς κοινό, παθητό σῶμα θνητοῦ ἀνθρώπου. Ματαία ἡ πίστις του. Τά ἔχασε ὅλα. Δέν
ἔχει αἰώνια ἐλπίδα σωτηρίας, ἀλλά εἶναι ὁ πιό δυστυχής ἄνθρωπος ἐπί τῆς γῆς.
Γι᾿ αὐτόν ὁ Χριστός δέν εἶναι Θεός,
δέν κατέβηκε στή γῆ γιά τήν σωτηρία μας, δέν σαρκώθηκε, δέν ἔπαθε, δέν
θυσιάστηκε, δέν σταυρώθηκε, δέν ἐτάφη, δέν ἀνέστη, δέν ἀνελήφθη, δέν ἐκάθισε ἐκ
δεξιῶν τοῦ Πατρός… Αὐτός οὐσιαστικά δέν εἶναι πλέον Ὀρθόδοξος Χριστιανός,
ἀλλά ἰουδαΐζει, καθώς ἐμμέσως πλήν σαφῶς δέν δέχεται τό ἔργο τῆς θείας
Οἰκονομίας, δέν δέχεται τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στή γῆ, ὅπως
μέχρι σήμερα οἱ Ἰουδαῖοι. Ἔχει ἀνάγκη δακρύων καί μετανοίας, γιατί οὐσιαστικά
–καί πρακτικά– ΑΡΝΕΙΤΑΙ τόν Χριστόν
. Καί ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλους τούς
αἰῶνες σήμαινε καί θά σημαίνει πνευματικό θάνατο.
Φρονοῦμε ἐν τέλει ὅτι τό νά λέει
κάποιος πώς ἡ θεία Κοινωνία μεταδίδει ἀσθένειες δέν εἶναι ἁπλῶς μιά μορφή
ἀθεΐας ἤ ἄγνοιας, ἀλλά βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού τελεσιουργεῖ τό
Μυστήριον. Δέν εἶναι ἁπλῶς αἵρεση ἀλλά καί πέραν τούτου, εἶναι ἀπιστία
χειρίστης μορφῆς, εἶναι ἄρνηση Χριστοῦ, ὅπως καταδείξαμε, ἡ ὁποία ἐπισείει
κανόνα καί μετάνοια, γιά ὅσους τέλος πάντων θεωροῦν ἑαυτούς Ὀρθοδόξους. Πολλῷ
δέ μᾶλλον ὅταν αὐτά τά λόγια εἴτε ἐκπορεύονται εἴτε καί γίνονται σιωπηρῶς
ἀνεκτά ἀπό ἀρχιερεῖς τοῦ Ὑψίστου.
Ἀλλά γιά νά νοιώσει κανείς αὐτά τά
πράγματα στή σωστή τους διάσταση, πρέπει νά ἔχει καθαρή καρδιά, νά ζεῖ σωστή
προσωπική ζωή. Τό ὀρθό δόγμα ἀπαιτεῖ
ὀρθό βίο.
Ὀ φαῦλος βίος ἐκφυλίζει τό δόγμα. Συνεπῶς φρονοῦμε πώς ἡ
ἀποστασία, ἡ ἐκκοσμίκευση, ἡ ἀνηθικότητα καί ἡ ἐπιπολαιότητα, καταστάσεις μέ
τίς ὁποῖες ζοῦν πολλοί κατ᾿ ὄνομα Χριστιανοί, εἶναι οἱ βαθύτερες αἰτίες τῆς
διάδοσης καί ἀποδοχῆς τῆς νέας αὐτῆς αἵρεσης-βλασφημίας εἰς βάρος τῆς Θείας
Κοινωνίας. Ἐφευρέτης βέβαια αὐτῆς τῆς μεγίστης βλασφημίας πού φθάσαμε νά ἀκοῦμε
ἐπί τῶν ἡμερῶν μας εἶναι ὁ ἀπαρχῆς ἀνθρωποκτόνος διάβολος, ὁ ὁποῖος
χρησιμοποιεῖ τά ὄργανά του, τούς δαίμονες καί τούς παραδομένους σέ αὐτόν
ἀνθρώπους, γιά νά διαβάλλει τόν Θεό στούς πιστούς.
  Ἄς
κλείσουμε τήν παρούσα μας ἐργασία μέ μιά παράφραση τῆς ἀκροτελεύτιας παραγράφου
πού ἔγραψε ὁ Ἅγιος στό ἔργο του «Ὁμολογία Πίστεως». Ταπεινά ἀπευθύνουμε τήν
παραίνεση αὐτήν πρός ὅλους τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐν
γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ τους συστρατεύθηκαν μέ τόν Καίσαρα εἰς βάρος τῆς πίστεώς
μας.
Ε΄. Ἀκροτελεύτια παράγραφος[6]
Ἀφήνοντας λοιπόν, ἀδελφοί καί Πατέρες, κατά μέρος τό μίσος καί τό φθόνο καί
τίς συκοφαντίες κατά τῶν ἀδελφῶν σας πού ἐπιμένουν νά ἐκκλησιάζονται, πού δέν φοβοῦνται
νά συγκεντρώνονται στόν ἱερό Ναό[7]
καί νά ἵστανται ὅπως καί πρίν ἀπό τό ψέμμα τῆς πανδημίας δίπλα στούς ἐν Χριστῷ
ἀδελφούς τους ἐν τῷ Ναῷ γιά τήν κοινή προσευχή[8],
πού ἐπιμένουν νά ἀσπάζονται τίς ἱερές εἰκόνες καί τά ἁγιασμένα χέρια τῶν
ἱερέων, πού ἐπιμένουν νά κοινωνοῦν, σᾶς παρακαλοῦμε ταπεινά: ἔλθετε εἰς ἑαυτούς
καί μετανοήσατε ἐκ βάθους καρδίας γιά τήν ἀπιστία πού δείξατε ἀφ᾿ ἑνός μέν στό
Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ στήν δυνατότητα τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ νά
ἁγιάζει τούς πιστούς διά τῶν τελουμένων ἱερῶν Ἀκολουθιῶν.
Ἄς ἀποκτήσουμε τό διακριτικό σημάδι καί τό γνώρισμα
τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, καί ἄς ἐγκολπωθοῦμε τήν πρός ἀλλήλους
εἰρήνη καί ὁμόνοια καί σύμπνοια. Καί ἔτσι ἄς προσφέρουμε μέ εἰρήνη τίς
προσευχές μας στόν ἀρχηγό τῆς εἰρήνης Θεό, Αὐτόν πού μᾶς χάρισε τήν εἰρήνη μέ
τό Αἷμα τοῦ Σταυροῦ Του καί πού χαρίζει εἰρήνη σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι μακριά καί
σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι κοντά, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο· κι ἔτσι ἄς δοξάζουμε μέ
ἕνα στόμα καί μέ μιά καρδιά τό Πανάγιο ὄνομα τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, τῆς μίας Τριαδικῆς Θεότητας· στήν ὁποία ταιριάζει κάθε δόξα
στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.
Φιλάγιος


[1]
Α΄. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου
ἐν τῷ Ποτηρίῳ εἶναι πραγματικό

Πι­στεύ­ο­μεν
οὖν ἀ­δι­στά­κτως τῇ καρ­δί­ᾳ, ὀ­μο­λο­γοῦ­μεν δὲ τῷ στό­μα­τι εἰς σω­τη­ρί­αν,
καὶ τῇ χει­ρὶ γρά­φο­μεν εἰς πλη­ρο­φο­ρί­αν, ὅτι τὸ πα­νά­χρα­ντον Σῶ­μα τοῦ
Κυ­ρί­ου, καὶ τὸ ζω­η­ρὸν αὐ­τοῦ Αἶ­μα, πρῶ­τον μὲν, εἶ­ναι Πρα­γμα­τι­κόν· δεύ­τε­ρον
δὲ, εἶ­ναι Πνευ­μα­τι­κόν. Εἶ­ναι Πρα­γμα­τι­κὸν, δι­ὰ τὶ ὁ με­τὰ τὸν Ἁ­γι­α­σμὸν
ἐ­πὶ τῆς Ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης προ­κεί­με­νος Ἄρ­τος, εἶ­ναι αὐ­τὸ ἀ­λη­θῶς τὸ Σῶ­μα
τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, οὐκ ἄλ­λο καὶ ἄλ­λο
· ὁ­μοί­ως καὶ ὁ με­τὰ τὸν Ἁ­γι­α­σμὸν ἐν τῷ Πο­τη­ρί­ῳ εὑ­ρι­σκό­με­νος
Οἶ­νος, αὐ­τό ἐ­στιν ἀ­λη­θῶς τὸ ζω­η­ρὸν Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, καὶ οὐκ ἄλ­λο καὶ
ἄλ­λο· ἐ­πει­δὴ δὲ οὐκ ἄλ­λο καὶ ἄλ­λο σῶ­μά ἐ­στιν,
ἀλ­λ᾿ ἕν καὶ τὸ αὐ­τὸ πρα­γμα­τι­κῶς, ἐκ τού­του ἕ­πε­ται, ὅ­τι ὁ Ἡ­γι­α­σμέ­νος
Ἄρ­τος, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου τὸ πρα­γμα­τι­κῶς συλ­λη­φθὲν ἐκ Πνεύ­μα­τος
Ἁ­γί­ου· τὸ πρα­γμα­τι­κῶς γεν­νη­θὲν ἐκ τῆς Παρ­θέ­νου· τὸ πρα­γμα­τι­κῶς βα­πτι­σθέν·
τὸ πρα­γμα­τι­κῶς πα­θόν· τὸ πρα­γμα­τι­κῶς σταυ­ρω­θέν· τὸ πρα­γμα­τι­κῶς τα­φέν·
τὸ πρα­γμα­τι­κῶς ἀ­να­στάν· τὸ πρα­γμα­τι­κῶς ἀ­να­λη­φθὲν εἰς τους Οὐ­ρα­νοὺς·
τὸ πρα­γμα­τι­κῶς κα­θε­ζό­με­νον ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Πα­τρός· καὶ τὸ πρα­γμα­τι­κῶς
μέλ­λον ἔρ­χε­σθαι κρῖ­ναι ζῶ­ντας κὶ νε­κρούς……
[2]
Β΄. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου
ἐν τῷ Ποτηρίῳ εἶναι πνευματικό γιά δύο λόγους:
1. Τό Μυστήριον τελεσιουργεῖται  ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Εἶ­ναι δὲ καὶ Πνευ­μα­τι­κὸν τὸ ἐν τῷ Μυ­στη­ρί­ῳ Σῶ­μα καὶ Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου,
δη­λα­δὴ ἀ­γκα­λὰ καὶ ᾖ­ναι Πρα­γμα­τι­κὸν καὶ ἀ­λη­θὲς, ὡς εἴ­πο­μεν ἀ­νω­τέ­ρω,
δὲν εἶ­ναι ὅ­μως καὶ φυ­σι­κὸν, ἢ ὁ­ρα­τὸν, ἢ ὅ­λως αἰ­σθη­τὸν, ἀλλ᾿ εἶ­ναι
Πνευ­μα­τι­κόν. Τοῦ­το δὲ νο­εῖ­ται δι­χῶς. Πρῶ­τον, δι­ὰ τὶ τὸ ἐν τῷ Μυ­στη­ρί­ῳ
Σῶ­μα καὶ Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἐ­νερ­γεῖ­ται καὶ τε­λε­σι­ουρ­γεῖ­ται, οὐ­χὶ δι­ὰ
μέ­σου τῶν ὅ­ρων τῆς φύ­σε­ως, ἀλ­λὰ δι­ὰ τῆς πα­ντοκ­ρα­το­ρι­κῆς ἐ­νερ­γεί­ας
καὶ δυ­νά­με­ως τοῦ Πα­να­γί­ου καὶ Τε­λε­ταρ­χι­κοῦ Πνεύ­μα­τος. Ἐ­ντεῦ­θεν τὸ
Μυ­στή­ρι­ον τοῦ­το εἶ­ναι ὑ­περ­φυ­σι­κὸν· εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ῶ­δες· εἶ­ναι ἀ­κα­τά­λη­πτον,
καὶ ἀ­κο­λού­θως εἶ­ναι ἄῤ­ῥη­τον καὶ ἀ­νέκ­φρα­στον, καὶ δι­ὰ Πί­στε­ως μό­νης
δε­χό­με­νον. 
[3] Β΄. 2. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἐν τῷ
Ποτηρίῳ δέν εἶναι αἰσθητόν, ἀλλά νοεῖται κατά τόν τρόπο τῆς ψυχῆς
Δεύ­τε­ρον, εἶ­ναι Πνευ­μα­τι­κὸν τὸ ἐν τῇ Εὐ­χα­ρι­στί­ᾳ Σῶ­μα καὶ Αἷ­μα
τοῦ Κυ­ρί­ου, καθ᾿ ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν νο­εῖ­ται κα­τὰ τὸν τρό­πον τοῦ ἀν­θρω­πί­νου
σώ­μα­τος· ἀλ­λὰ κα­τὰ τὸν τρό­πον τῆς ψυ­χῆς, ἥ­τις Πνεῦ­μά ἐ­στιν, ὡς λέ­γει ὁ
Συ­ρί­γου Με­λέ­τι­ος· ὅ­θεν ἐκ τού­του ἕ­πε­ται, ὅ­τι κα­θὼς τὸ Πνεῦ­μα, εἴτ᾿
οὖν ἡ ψυ­χὴ εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­τος καὶ ταῖς αἰ­σθή­σε­σιν οὐχ ὑ­πο­πί­πτει· ἔτ­ζι καὶ
τὸ ἐν τῇ Εὐ­χα­ρι­στί­α Σῶ­μα καὶ Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­ό­ρα­τά εἰ­σι, καὶ ταῖς
αἰ­σθή­σε­σιν οὐχ ὑ­πο­πί­πτου­σιν, ὑ­πὲρ τὴν αἰ­σθη­σιν ὄ­ντα· λέ­γει γὰρ ὁ αὐ­τὸς
Συ­ρί­γου· «οὔ­τε ὁ­ρα­τὸν, καὶ ὅ­λως δι᾿ ὅ­λου αἰ­σθη­τὸν πι­στεύ­ο­μεν τὸ Σῶ­μα
τοῦ Κυ­ρί­ου· ἀλ­λὰ λέ­γο­μεν νὰ σκε­πά­ζε­ται ὑ­πο­κά­τω εἰς τὸ ροῦ­χον τοῦ ἄρ­του,
καὶ νὰ ᾖ­ναι πα­ρὼν ἀ­ο­ρά­τως εἰς τὴν Εὐ­χα­ρι­στί­αν». ὅ­θεν οὐκ ὀρ­θῶς τι­νες
κα­τα­χρώ­με­νοι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πρα­γμα­τι­κοῦ, θέ­λου­σιν αἰ­σθη­τὴν σφα­γὴν σώ­μα­τος,
καὶ αἰ­σθη­τὴν χῦ­σιν αἵ­μα­τος ἐν τῷ Μυ­στη­ρί­ῳ τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας·  εἰ γὰρ ἦν τοῦ­το, ἔ­πρε­πε νὰ συν­δρά­μουν ὁ­ρα­τῶς
καὶ ὅ­λα τὰ αἱ­σθη­τὰ ὄρ­γα­να τὰ ὑ­πη­ρε­τή­σα­ντα εἰς τὴν τοι­αύ­την σφα­γὴν,
καὶ τὴν τοι­αύ­την χῦ­σιν τοῦ Αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ Σταυ­ρὸς δη­λα­δὴ, καὶ
οἱ ἧ­λοι, καὶ ἡ λόγ­χη, καὶ τὰ λοι­πὰ· ἀλ­λ᾿ οὐκ ἔ­στι τοῦ­το, οὐκ ἔ­στι· δι­ὰ
τί, εἰ καὶ πρα­γμα­τι­κήν ἐ­στιν ἡ ἐν τῷ Μυ­στη­ρί­ῳ Θυ­σί­α του Σώ­μα­τος τοῦ
Κυ­ρί­ου, ἀλ­λὰ καὶ Πνευ­μα­τι­κή ἐ­στιν αὕ­τη, του­τέ­στι μυ­στι­κὴ, ἀ­ό­ρα­τος,
καὶ ὑ­πὲρ τὴν αἴ­σθη­σιν· ὅ­θεν καὶ Θυ­σί­αν κα­λεῖ­ται ἀ­ναί­μα­κτος· Πί­στιν
γὰρ, ἀλ­λ᾿ οὐ­χὶ αἴσθη­σιν τὰ Μυ­στή­ρι­α ἀ­παι­τοῦ­σιν.
[4] Γ΄. Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἐν τῷ Ποτηρίῳ
εἶναι ἄφθαρτο καί τό μετά τήν Ἀνάσταση. Σέ κάθε μέρος του εἶναι τό ὅλον.
τού­του λέ­γω ἀ­κο­λου­θή­σα­ντος, οἱ ὀρ­θὰ φρο­νοῦ­ντες ἔ­φε­ρον Μαρ­τυ­ρί­ας
ἀ­πὸ τοῦ Κυ­ρίλ­λου, καὶ Χρυ­σο­στό­μου, καὶ Γρη­γο­ρί­ου Νύσσης, καὶ Εὐ­τυ­χί­ου
Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως· «ὅ­τι τὸ ἐν τῷ Μυ­στη­ρί­ῳ Σῶ­μα Χρι­στοῦ ἔ­στιν ἄ­φθαρ­τον·
ἐ­πει­δή ἐ­στιν ἐ­κεῖ­νο τὸ με­τὰ τὴν Ἀ­νά­στα­σιν ἀ­πα­θὲς, οὐ τὸ πα­θη­τὸν,
καὶ πρὸ τοῦ Πά­θους· καὶ ὅ­στις λαμ­βά­νει μέ­ρος τοῦ Ἄρ­του, ὅ­λον τὸν Χρι­στὸν
λαμ­βά­νει(I),
καὶ με­τέ­χει ξέ­νως θείας Θε­ουρ­γί­ας εἰς ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον». Προ­σέ­τι ἔ­φε­ρον
καὶ πα­ρα­δεί­γμα­τα ἐκ τοῦ ἀ­νω­τέ­ρου Εὐ­τυ­χί­ου λέ­γο­ντες· «ὅ­λως οὖν ἅ­παν
τὸ Ἅ­γι­ον Σῶ­μα, καὶ τὸ τί­μι­ον Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου δέ­χε­ται, κᾂν εἰ μέ­ρος
τού­των δέ­ξη­ταί τις· με­ρί­ζε­ται γὰρ ἀ­με­ρί­στως ἐν ἅ­πα­σι δι­ὰ τὴν ἔμ­μι­ξιν·
κα­θὼς καὶ σφρα­γὶς μί­α πά­ντα τὰ ἐ­κτυ­πώ­μα­τα αὐ­τῆς καὶ μορ­φώ­μα­τα τοῖς
με­τα­λαμ­βά­νου­σι με­τα­δί­δω­σι, καὶ μί­α μέ­νει καὶ με­τὰ τὴν δό­σιν, οὐκ ἐ­λατ­του­μέ­νη,
οὐ­δὲ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη πρὸς τὰ με­τέ­χο­ντα (ἤ­τοι κα­θὼς αὐ­τὰ εἶ­ναι πολ­λὰ, δὲν
εἶ­ναι καὶ ἡ σφρα­γὶς πολ­λὰ) κᾂν ὦ­σι τὸν ἀ­ρι­θμὸν πλεί­ο­να·
(Ι) Ὅ­ρα
ὅ­τι λέ­γο­ντες πῶς λαμ­βά­νει ὅ­λον τον Χρι­στὸν, φα­νε­ρό­νου­σιν ὅ­τι οἱ με­τα­λαμ­βά­νο­ντες
τῶν μυ­στη­ρί­ων, δέ­χο­νται ὅ­λον τὸν Χρι­στὸν με­τὰ τῆς Θε­ό­τη­τος καὶ με­τὰ
τῆς Ἀν­θρω­πό­τη­τος – του­τέ­στι με­τὰ τῆς ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τος· ταὐ­τὸν εἰ­πεῖν,
δέ­χο­νται τὸν τέ­λει­ον Θε­ὸν, καὶ τὸν τέ­λει­ον ἄν­θρω­πον· ἐ­πει­δὴ καὶ ὁ
Χρι­στὸς τέ­λει­ός ἐ­στι Θε­ὸς, καὶ τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος, κα­τὰ τὸν Δα­μα­σκη­νὸν
᾿Ι­ωάν­νην, καὶ κα­τὰ πᾶ­ντας τοὺς Ἱ­ε­ροὺς Θε­ο­λό­γους.
[5] Λέ­γει δὲ καί
ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος· προ­σερ­χώ­με­θα τοί­νυν με­τὰ Πί­στε­ως (τῇ μυ­στη­ρι­ώ­δει
εὐ­χα­ρι­στί­ᾳ δη­λα­δή) ἕ­κα­στος ἀ­σθέ­νει­αν ἔ­χων· εἰ γὰρ οἱ κρα­σπέ­δου τοῦ
ἱ­μα­τί­ου αὐ­τοῦ ἁ­ψά­με­νοι, το­σαύ­την εἴλ­κυ­σαν δύ­να­μιν, πό­σῳ μᾶλ­λον οἱ
ὅ­λον αὐ­τὸν κα­τέ­χο­ντες»; Καὶ ὁ Δα­μα­σκη­νὸς Ἰ­ωάν­νης ἐν τῇ τῆς Με­τα­λή­ψε­ως
Εὐ­χῇ λέ­γει· «Ἐ­γὼ δὲ ὁ ἐ­λε­ει­νὸς, ὅ­λον σου τὸ Σῶ­μα τολ­μῶν δέ­ξα­σθαι, μὴ
κα­τα­φλε­χθεί­ην».
[6] Ε΄. Ἀκροτελεύτια παράγραφος «Ὁμολογίας Πίστεως»
Ἀ­φί­νο­ντες
λοι­πὸν, Ἀ­δελ­φοὶ καὶ Πα­τέ­ρες, εἰς ἕ­να μέ­ρος τὸ μῖ­σος καὶ τὸν φθό­νον, καὶ
τὰς κα­τὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν δυ­σφη­μί­ας, ἂς ἀ­να­λά­βω­μεν τὸ ση­μεῖ­ον καὶ γνώ­ρι­σμα
τῶν μα­θη­τῶν τοῦ Χρι­στοῦ τὴν Ἀ­γά­πην, καὶ τὴν πρὸς ἀλ­λή­λους εἰ­ρή­νην καὶ ὁ­μό­νοι­αν
καὶ συμ­ψυ­χί­αν ἐ­να­γκα­λι­σώ­με­θα, καὶ οὕ­τως ἂς προ­σφέ­ρω­μεν ἐν εἰ­ρή­νῃ
τὰς εὐ­χάς μας τῷ εἰ­ρη­νάρ­χει Θε­ῷ, τῷ εἰ­ρη­νο­ποι­ή­σα­ντι ἡ­μᾶς δι­ᾁ τοῦ Αἵ­μα­τος
τοῦ Σταυ­ροῦ αὐ­τοῦ, καὶ εἰ­ρή­νην δό­ντι τοῖς μα­κρὰν καὶ τοῖς ἐγ­γὺς, κα­τὰ τὸν
Ἀ­πό­στο­λον·  δο­ξά­ζο­ντες ἐν ἑ­νὶ στό­μα­τι,
καὶ μι­ᾷ καρ­δί­ᾳ, τὸ πα­νά­γι­ον Ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς, καὶ τοῦ Υἱ­οῦ, καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου
Πνεύ­μα­τος, τῆς μι­ᾶς ἐν Τρι­ά­δι Θε­ό­τη­τος· 
ᾗ πρέ­πει πᾶ­σα δό­ξα εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας των αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Ἀπόδοση
στή νεοελληνική:
Ἀφήνοντας λοιπόν, ἀδελφοί
καί Πατέρες, κατά μέρος τό μίσος καί τό φθόνο καί τίς συκοφαντίες κατά τῶν ἀδελφῶν,
ἄς ἐπωμισθοῦμε τό διακριτικό σημάδι καί τό γνώρισμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τήν
ἀγάπη, καί τήν πρός ἀλλήλους εἰρήνη καί ὁμόνοια καί σύμπνοια ἄς ἐναγκαλισθοῦμε
καί ἔτσι ἄς προσφέρουμε μέ εἰρήνη τίς προσευχές μας στόν
ἀρχηγό
τῆς εἰρήνης Θεό, Αὐτόν πού μᾶς χάρισε τήν
εἰρήνη μέ τό Αἷμα τοῦ Σταυροῦ Του καί πού
χαρίζει εἰρήνη σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι μακριά καί σ᾿ ἐκείνους πού εἶναι κοντά, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο· κι ἔτσι ἄς δοξάζουμε μέ ἕνα
στόμα καί μέ μιά καρδιά τό Πανάγιο ὄνομα τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, τῆς μίας Τριαδικῆς Θεότητας· στήν ὁποία ταιριάζει κάθε δόξα στούς ἀτέλειωτους
αἰῶνες. Ἀμήν.
[7] Εἰσερχόμενοι εἰς τόν Ναό, εἰς τόν οὐρανόν ἀναβαίνομεν. Ὁ
Μέγας Βασίλειος μᾶς ἀκόμη διδάσκει ὅτι ἡ προσκύνησις εἰς τό πρωτότυπο
διαβαίνει. Προσκυνῶ τήν ἱερά εἰκόνα; Προσκυνῶ τόν εἰκονιζόμενο Ἅγιο.
Μεταλαμβάνω τῆς ζωῆς του, εὔχομαι νά τοῦ μοιάσω, νά μοῦ δώσει δύναμη νά τοῦ
μοιάσω. Προσκυνῶ τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου; Μεταλαμβάνω τῆς ἁγνείας Της, τῆς
ταπεινώσεώς Της, τῆς ὑπακοῆς Της πρός τό θεῖον θέλημα. Προσκυνῶ τήν εἰκόνα τοῦ
Χριστοῦ; Μεταλαμβάνω τόν Χριστόν. Φιλῶ τό χέρι τοῦ ἱερέως; Προσκυνῶ τήν
δισχιλιόχρονη ἱερωσύνη, αὐτήν πού ἔδωσε ὁ Χριστός διά τοῦ ἀρχιερατικοῦ Του ἀξιώματος
στούς Ἀποστόλους.
[8] Αὐτό σημαίνει
ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων ὁ ὅρος «ἐκκλησία», σημαίνει συγκέντρωση· βλέπε «Ἐκκλησία
τοῦ Δήμου» στήν ἀρχαία Ἀθήνα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *