Η ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ – Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ

Τῆς Ρωμιοσύνης ὁ καιρός ἔφθασε ἦλθε πάλι, ὅσο κι ἄν τήν συρρίκνωσαν οἱ «φίλοι» οἱ μεγάλοι…



Μιά μέρα ἔτσι ἀνέλπιστα καθώς μᾶς ταπεινώσαν, μέσα στήν κρίση ἀπό παντοῦ καθώς μᾶς καθηλώσαν,

χωρίς ἀξίους ἀρχηγούς πού ὅλα τά ξεπουλοῦνε, τό μέλλον ἄδηλο πολύ, ὅλοι  τ’ ὁμολογοῦνε.

Πατριῶτες, ὅσοι ἀποφασίσαμε νά χύσουμε ἱδρῶτες, σάν ἔλθει ἡ ὥρα κι ὁ καιρός νά φύγουν οἱ προδότες,

θέ ν’ ἀκουστεῖ τότε φωνή ἀπ’ τοῦ Οὐρανοῦ τό στόμα, «ἐδῶ εἶναι γῆ χριστιανική, εὐλογημένο χῶμα.

»Μήν τό πουλήσετε ἐσεῖς πολιτικοί προδότες, τό χῶμα τοῦτο τ’ ἅγιο, σέ βάρβαρους ἰδιῶτες·

»Γιατί ἡ κρίσις θέ νά ’ρθεῖ καί θά σᾶς κατακάψει, σάν κεραυνός, σάν θύελα, σέ μιά στιγμή θά λάμψει.

»Πώς τοῦ Θεοῦ τό θέλημα εἶναι μέ τήν ἀλήθεια, συμμάρτυρο, συμπάρεδρο γιά τοῦ λαοῦ τά δίκια».

     Ἔτσι θά πεῖ ἡ ἀγγελική φωνή ἐκείνη ἀπό τά ὕψη, κάθε Ρωμιός θ’ ἀφουγκραστεῖ ὅπου στή γῆ κι ἄν κατοικεῖ.

Τό θαῦμα τότε θά γενεῖ ἀπ’ τοῦ Θεοῦ τά χέρια, γιά κάποιους πού προσεύχονται λιπόσαρκοι στά γκρέμια.

Ὑψωμένο ἔχουνε τόν νοῦ μαζί καί τήν καρδιά τους, καί τόν Θεό παρακαλοῦν γιά τ’ ἄτακτα παιδιά τους.

Γι’ αὐτούς τούς λίγους ἀσκητές πού τά θυσίασαν ὅλα, λαμπάδες ὄρθιες φωτεινές μέ προσευχή στό στόμα,

θ’ ἀναστηθεῖ νέος Δαβίδ μέ μιά πετριά καί πάλι, θέ νά συντρίψει ἀπό μακριά τόν Γολιάθ, τό ἄγριο λιοντάρι.

Θά ξημερώσει ἕνα πρωΐ θά φθάσουμε ὥς τήν Πόλη, κι ἡ προφητεία θέ νά βγεῖ νά μποῦμε μέσα ὅλοι.

Τῆς Ρωμιοσύνης ὁ καιρός ἔφθασε ἦλθε πάλι, ὅσο κι ἄν τήν συρρίκνωσαν οἱ «φίλοι» οἱ μεγάλοι.

Γιά χίλια χρόνια στά παλιά ἦταν τό πρῶτο κράτος, σέ τέχνες καί σέ γράμματα, σέ μῆκος καί σέ πλάτος.

Εἶχε εὐλογία περισσή, εἶχε ἅγιους ἀνθρώπους, πού εἴχανε φόβο στόν Θεό καί περισσούς τούς κόπους.

Εἴχανε πίστη φλογερή κι ὄχι κακοδοξία καί φρόντιζαν γιά τήν ψυχή καί γιά τήν Ἐκκλησία.

Γίνανε λάθη τρομερά, τρανώσαν οἱ ἁμαρτίες, κανόνας ἔπεσε βαρύς, σκλαβιά καί κακουχίες.

Μά οἱ προφητεῖες τό λαλοῦν ἀπ’ τοῦ Κοσμᾶ τό στόμα, σάν ἤμασταν ἀνήμποροι μέσ’ στῆς Τουρκιᾶς τό στόμα.

Πώς ἡ Τουρκιά σάν θέ νά μπεῖ  καί νά τά πάρει ὅλα, τά κόλλυβα τά φτιάξαμε καί τά ’χουνε στό στόμα.

Πάνω εἰς τό ζωνάρι τους τά ’χουνε φορεμένα, ὅ,τι κι ἄν κάνουνε αὐτοί ὅλα εἶν’ τελειωμένα.

Ἡ Δόξα κι ἡ ἀναλαμπή εἶναι στήν Ἐκκλησία, καί ὁ Σταυρός θά ξαναμπεῖ εἰς τήν Ἁγια-Σοφία.

Τά 400 σήμαντρα κι οἱ ἑξήντα δυό καμπάνες, θέ ν’ ἀκουστοῦν πιό δυνατά ἀπ’ τίς παλιές, τίς ἄλλες.

Ὅλα αὐτά κι ἄλλα πολλά θέλει ὁ Θεός νά δοῦμε, μά ἐμεῖς νά μετανιώνουμε καί νά ὁμονοοῦμε.

Κι οἱ Τοῦρκοι τό γνωρίζουνε πώς θά δικαιωθοῦμε, ὅ,τι ἄδικο ἐπράξανε μπροστά τους θά τό βροῦνε.

Σκόρπισαν θάνατο πολύ κι ἀκόμη τόν σκορπίζουν, τέσσερα ἔθνη μάτωσαν, καί τά διαμελίζουν.

Τό ἕνα τρίτο θά χαθεῖ, τό δεύτερο θά φύγει, τό τρίτο τό καλύτερο στούς χριστιανούς θά γείρει,

γιατί ’ναι κρυπτοχριστιανοί τόσους αἰῶνες τώρα, ζοῦν κάτω ἀπ’τήν ἀπειλή, στερνή θανάτου ὥρα.

Τῆς Ρωμιοσύνης ὁ Σταυραετός θέ νά ξαναπετάξει, κι ὅλα τ’ ἄγρια ὄρνια θά τά κατατρομάξει.

Καί θ’ ἀνεβεῖ ψηλά ἐκεῖ στόν τροῦλο τόν Οὐράνιο, καί μέ φωνή στεντόρια θά πεῖ λόγο καθάριο:

«Μέ τοῦ Σταυροῦ τή δύναμη καί τοῦ Χριστοῦ τή χάρη, ὅλοι τριγύρω οἱ λαοί θά βροῦνε δίκιο πάλι».

Θά βάλουμε νέα ἀρχή νά ὁμονοοῦμε ὅλοι, σύνδεσμος θά γίνει ὁ Χριστός, θά μποῦνε νέοι ὅροι.

Τότε, θ’ ἀναπαυθοῦνε οἱ καρδιές ὅλων μας τῶν προγόνων, πού χύσανε τό αἷμα τους γιά χάρη ἡμῶν, τῶν ἐπιγόνων.

Ἀμήν. Γένοιτο.

ΦΙΛΑΓΙΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *