Η Εκκλησία μπορεί να σώσει την Ελλάδα και τον κόσμο όλο… (Ε΄ ΜΕΡΟΣ)

Uncategorized

Γιώργος Παύλος

π. καθηγητής Φυσικής και Φιλοσοφίας ΔΠΘ




Εκκλησιαστική
ιεραρχία και λαός

 

Εάν η
εκκλησιαστική ιεραρχία έχει ζωντανή σχέση με τον πιστό λαό, τότε δεν έχει
ουδεμία ανάγκη τους πολιτικούς. Μπορεί να αναγκάζει τους πολιτικούς να
πειθαρχούν στο σωστό και το δίκαιο.

Εάν όμως έχει
απωλέσει την ζωντανή της σχέση με τον πιστό λαό, τότε καθίσταται θεραπαινίδα
της κοσμικής εξουσίας και εκπίπτει από το δικό της ουσιώδες έργο ζωοποίησης και
ευαγγελισμού του λαού και της κοινωνίας.

Σήμερα η
εκκλησιαστική ιεραρχία τείνει να απωλέσει τον ποιμαντικό της  χαρακτήρα απέναντι στον λαό και τείνει να
ταυτίσει τον εαυτό της με μια εξουσιαστική δομή, προέκταση της Δημόσιας
Διοίκησης. Ο επίσκοπος λειτουργεί περισσότερο ως κρατικός ή εκκλησιαστικός
αξιωματούχος και λιγότερο ως πατέρας. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό από την ως
επί το πλείστον νεωτεριστική πρακτική, νέα και καλοπροαίρετα στην αρχή παιδιά,
να γίνονται άγαμοι κληρικοί δίπλα σε επισκόπους, με συχνά λανθάνοντα και
υποσυνείδητο σκοπό να εξελιχθούν και τα ίδια σε επισκόπους και αρχιεπισκόπους
κατά το πρότυπο  της δυτικής παπικής
εκκλησίας.

 Αντίθετα η
Ορθόδοξη Ανατολική εκκλησιαστική πρακτική είναι εντελώς διαφορετική.

Οι νέοι
άνθρωποι που επιλέγουν να υπηρετήσουν τον Χριστό και την Εκκλησία φεύγουν και
ασκούνται στην μοναχική πολιτεία επί πολλά έτη, όχι στο διαμέρισμα των γονιών
των, αλλά μέσα σε μοναστικές αδελφότητες. Εκεί ασκούνται στην υπακοή, στην
νοερά προσευχή, στην εκκοπή του ίδιου θελήματος, στη μελέτη των βίων των Αγίων
και κυρίως στην μίμηση των Αγίων. Δηλαδή ασκούνται  στην απόκτηση του ανιδιοτελούς και κυρίως
στην απόκτηση του Θείου Έρωτος προς τον Χριστό.

Μάλιστα οι
άνθρωποι που έχουν αποκτήσει τις προϋποθέσεις να μπορούν να υπηρετήσουν σε
υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα, είναι αυτοί που ουδόλως τα επιθυμούν ή τα
ορέγονται και ουδόλως έχουν ανάγκη της αυτοβεβαίωσης των μέσα από αυτά τα
αξιώματα. Διότι επιθυμούν και έχουν αποκτήσει την αυτοβεβαίωσή των ως ανθρώπινα
όντα από την ένωσή των με τον Χριστό. Γι’ αυτό δεν έχουν ουδεμία ψυχολογική
ανάγκη να εξουσιάζουν άλλους ανθρώπους, αλλά έχουν αποκτήσει μόνο την θεμελιώδη
και ουσιώδη ανάγκη να υπακούουν στην Εκκλησία και να  υπηρετούν τον Χριστό.

Σήμερα
δυστυχώς παρατηρείται το επικίνδυνο φαινόμενο η Εκκλησία να αποτελεί σε μεγάλο
βαθμό  χώρο δημοσίων σχέσεων, κομματικών
ομαδοποιήσεων, ανταγωνισμών και ικανοποίησης παθολογικών εξουσιαστικών αναγκών
και αναγκών ψυχολογικής αυτοβεβαίωσης.

Δημιουργώντας
ομάδες και κόμματα, λειτουργεί άτυπη προεκλογική καμπάνια για την ανέλιξη σε
εκκλησιαστικά αξιώματα αρχιεπισκόπων ή πατριαρχών. Επιβάλλεται ως επίσκοπος σε
μια επισκοπή ή μητρόπολη κάποιο εκκλησιαστικό πρόσωπο που ουδόλως έχει σχέση με
τον λαό της, όπως ακριβώς διορίζεται κάποιος ανώτατος κρατικός υπάλληλος από
την πολιτική ηγεσία. Δηλαδή η Εκκλησία μιμείται ατύπως την αυταρχική και
κομματική Πολιτεία.

 Όμως το πλέον επικίνδυνο φαινόμενο είναι πως
οι επίσκοποι, ως επί το πλείστον, λειτουργούν ως απλοί αξιωματούχοι και
ελάχιστα ως ποιμένες και πατέρες του λαού, τηρώντας κάποια στερεότυπα εκκλησιαστικά
πρότυπα. Έτσι ζουν αποστασιοποιημένοι από τον λαό μέσα στο στενό εκκλησιαστικό
τους περιβάλλον ως πρίγκηπες και ως υπουργοί, που αδυνατούν να συνάψουν
προσωπικές σχέσεις με τον απλό λαό. Γι’αυτό παρατηρούνται όλα τα επικίνδυνα
φαινόμενα υποταγής και δουλικότητας της εκκλησιαστικής ιεραρχίας προς την Πολιτεία.

 Για τους λόγους αυτούς απαιτείται η Εκκλησία
να επανεξετάσει και να αξιολογήσει την σχέση της ιεραρχίας με τον λαό και την Πολιτεία.
Θα πρέπει να επανέλθουν παλιότερες εκκλησιαστικές πρακτικές, όπου ο επίσκοπος
επιλέγεται από τις μοναστικές αδελφότητες και δεν εκκολάπτεται σε περιβάλλοντα
που έχουν ως κύριο γνώρισμα να παράγουν επισκόπους. Επιβάλλεται ακόμη και η
επαναφορά εκκλησιαστικών πρακτικών, όπου η πρώτη επιλογή υποψηφίων προσώπων για
επισκοπικά ή Αρχιεπισκοπικά αξιώματα γίνεται με την συμμετοχή όλου του λαού,
ενώ η τελική επιλογή γίνεται από όλη την Σύνοδο των επισκόπων της Εκκλησίας.

Επίσης,
απαιτείται πλήρης διαχωρισμός του επισκοπικού αξιώματος από τα οικονομικά της
Εκκλησίας. Η οικονομική διαχείριση καθώς και λοιπές διοικητικές λειτουργίες,
πρέπει να γίνονται με διαφάνεια, με ευθύνη και συμμετοχή  ενάρετων λαϊκών, με αναφορά στον πιστό
λαό  και υπό την επίβλεψη των επισκόπων.
Ο επίσκοπος πρέπει να έχει ως κύριο έργο την προσευχή, την κατήχηση, την
διαπαιδαγώγηση κλήρου και λαού και όχι την οικονομική και διοικητική
διαχείριση. Οι απόστολοι το είπαν σαφώς, όταν προέκυψε το πρόβλημα. Ότι δικό
τους έργο δεν είναι να υπηρετούν τράπεζες, αλλά η προσευχή, η κατήχηση η
διδασκαλία του λαού και η διάδοση του Ευαγγελίου. Δηλαδή, ο επίσκοπος είναι ως
η μάνα και ως ο πατέρας του λαού και αναθέτει πρακτικά λειτουργήματα σε
αξιόπιστα μέλη της τοπικής κοινότητας του πιστού λαού. Δεν αναλώνεται ο ίδιος
όλη την εβδομάδα σε διοικητικά πρακτικά θέματα και η μόνη σχέση του με τον λαό
να είναι ένα απλό κήρυγμα  κυριακάτικο
από άμβωνος.

 Ο επίσκοπος οφείλει να είναι διανυκτερεύουν
φαρμακείο και η ψυχή του λαού. Όλοι οι άνθρωποι να νιώθουν τον επίσκοπο ως
πατέρα, ως αδελφό και ως φίλο των. Ο λαός να βεβαιώνεται στη ζωή δια του
επισκόπου και ο επίσκοπος  να βεβαιώνεται
δια του λαού εν Χριστώ. Σήμερα, όταν ζητάς να συναντήσεις τον επίσκοπο νιώθεις
όπως όταν ζητάς να δεις έναν κρατικό αξιωματούχο. Θα σου διαθέσει λίγη ώρα
κοιτώντας το ρολόι του, μεταφέροντας το αίσθημα στον επισκέπτη του πως χάνει
την ώρα του με το να ασχολείται με έναν απλό άνθρωπο του λαού για οποιοδήποτε
θέμα.

Βεβαίως, δεν
πρέπει να ξεχνούμε πως πάντα υπάρχουν μεταξύ των επισκόπων πολλές άγιες και
έκτακτες προσωπικότητες, που σώζουν το Εκκλησιαστικό κύρος και ήθος και που σε
διδάσκουν μόνο που σου μιλούν αποπνέοντας αγιότητα και Θεοφάνεια. Διότι, ο Επίσκοπος
είναι αυτός που έχει περάσει όλες τις κλίμακες της πνευματικής ζωής, την
κάθαρση και τον φωτισμό οπωσδήποτε και συχνά έχει φθάσει στην Θέωση. Έτσι και γι’
αυτό στην Ορθόδοξη Παράδοση και Εκκλησιολογία ο Επίσκοπος είναι τόπος και
εικόνα Χριστού. Είναι τόπος Θεοφάνειας. Και δια του επισκόπου, ο ιερέας ο
μοναχός και ο λαϊκός, όλοι, καθίστανται τόπος μαρτυρίας του Θεανθρώπου και  Ζώντος Θεού Λόγου και Χριστού ως του Μόνο
Αληθινού Θεού και Μεσσία του κόσμου.

Εκκλησία και
πολιτική

Η πολιτική
επείγει να απαλλαχθεί από ιδεολογήματα δεξιά η αριστερά, φιλελεύθερα,
κομουνιστικά και ότι άλλο. Όλες οι ιδεολογίες, δεξιές αριστερές, κεντρώες κλπ,
έχουν μέρος και κομμάτια της Αλήθειας αλλά όχι το Όλον. Γι’ αυτό όλες οι
πολιτικές ιδεολογίες, δεξιές ή αριστερές, σήμερα έχουν υποταχθεί στους
τραπεζίτες, στα διεθνή κέντρα εξουσίας και στους ολίγους βαθύπλουτους της γης,
ενώ εξαπατούν τον λαό πως πρεσβεύουν κάτι σημαντικό και σωστό.  Στην ουσία, αντί τον λαό εξυπηρετούν τους
ισχυρούς της γης, που με το χρήμα, τον φόβο, την δόξα και την ηδονή εξαγοράζουν
όλους τους επίδοξους πολιτικούς, άνδρες και γυναίκες, και τους βάζουν να
εργάζονται γι’ αυτούς και όχι για τους λαούς των.

Η Ορθόδοξη
Εκκλησία, μολονότι δεν έχει ως δικό της έργο την κοσμική εξουσία και την
πολιτική διακυβέρνηση των ανθρώπων, όμως είναι η μόνη καθ’ ύλην αρμόδια να μας
διδάξει την τέχνη και το νόημα της αληθούς πολιτικής.

Τι είναι η
Πολιτική; Πολιτική είναι ο Έρως της πόλης των πολιτών, των ονομάτων και των
υποστάσεων, φίλων η εχθρών. Πολιτική είναι η τέχνη να υπηρετείς τον άνθρωπο και
την ζωή ως γεγονός ιερότητας και αγιότητας. Πολιτική είναι η τέχνη και η
επιστήμη της ελευθερίας από κάθε θάνατο και κάθε αφανισμό. Γι’ αυτό ο πολιτικός
άνδρας είναι ο ανύστακτος  και ακάματος
εραστής της πόλης και των πολιτών.  Η
Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να διδάξει την όντως πολιτική επιστήμη ως θεωρία και
πράξη Δημοκρατίας, Αριστοκρατίας και Βασιλείας. Όπου όλοι καλούνται να καταστούν
άριστοι και τέλειοι και βασιλείς, πολίτες και της γης και του ουρανού.

 Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η πηγή και η αιτία
της όντως Δημοκρατίας ως κράτος του Δήμου και της κοινότητας. Ακόμη, η
Ορθόδοξη  Εκκλησία μπορεί να διδάξει την
πολιτική ως την ανατρεπτική ιεραρχία, όπου το ανώτερο υπηρετεί και σώζει και
δεν εξουσιάζει το κατώτερο. Αν η αρχαία Αθήνα θεμελιώνει με την Σοφία της το
δημοκρατικό πολίτευμα, αυτό πραγματοποιείται ουσιαστικά μόνο μέσα στην Ορθόδοξη
Εκκλησία και στην Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία.

Διότι, στον
τόπο της Θείας Λειτουργίας ο άνθρωπος γίνεται μάρτυρας και μύστης Θεού. Ο Θεός
είναι η όντως πηγή της αγαθότητας, της καλοσύνης, της συμπόνιας, της
τρυφερότητας, της ελευθερίας, της ανιδιοτέλειας. Ο Χριστός, ως Σαρκωμένος Θεός
Λόγος, ως Τέλειος Θεός και άνθρωπος, φέρει για πρώτη φορά και χαρίζει στον
άνθρωπο την δύναμη να αγαπά ανιδιοτελώς και να υπηρετεί ανιδιοτελώς τον άλλο
άνθρωπο.  

Δια του
Χριστού και δια της Εκκλησίας και της Θείας Λειτουργίας, ο άνθρωπος αποκτά το
μέγιστο αξίωμα του Θεούμενου και Θεωμένου ανθρώπου. Δηλαδή το αξίωμα της
ταπεινώσεως και της δύναμης να βιώνει τον άλλο άνθρωπο, φίλο η εχθρό, ως τον
μέγιστο θησαυρό του.

Αυτό είναι το
αξίωμα της Τελείας Αγάπης που μόνο ο Χριστός μπορεί να χαρίζει στο ανθρώπινο
πλάσμα. Ποιος αλήθεια ήταν ο σκοπός του Θεού όταν δημιούργησε τον άνθρωπο;
Προφανώς η Τελεία Αγάπη, όπως είναι ο Ίδιος ο Θεός. Ο Θεός δημιουργεί και καλεί
τον άνθρωπο στο είναι, δηλαδή στην Εκκλησία, για να του δώσει και να του
χαρίσει αυτό το υπέρτατο αξίωμα της Τελείας Αγάπης ακόμη και προς τους εχθρούς
του. Μέσα στην Θεία Λειτουργία ο άνθρωπος συναντάται και ενούται δια του
Χριστού με τον Ζώντα Τριαδικό και Υποστατικό Θεό. Δηλαδή μέσα στην Θεία
Λειτουργία ο άνθρωπος ενούται με όλο το ανθρώπινο γένος στο παρελθόν, στο παρόν
και στο μέλλον του.

Γι’ αυτό η
Θεία Λειτουργία είναι το όντως κέντρο του κόσμου σε όλη την ιστορία του. Διότι
εδώ ο άνθρωπος δέχεται την κλήση και μπαίνει στην όντως περιοχή της Πόλης των
ονομάτων. Τι είναι Δημοκρατία και τι αριστοκρατία και τι Βασιλεία; Όλα αυτά είναι
διαφορετικά ονόματα για το πολίτευμα των υποστατικών ανθρώπων, με όνομα και
ταυτότητα με σάρκα και οστά.

Και τι είναι η
Εκκλησία; Είναι ο τόπος όπου καλούνται όλα τα όντα  να ζήσουν και να συναντηθούν εν Αληθεία.
Δηλαδή να αποκτήσουν την Τελεία και αλησμόνητη Αγάπη προς όλα τα όντα τα
υποστατικά, με όνομα και ταυτότητα, με σάρκα και οστά. Και αυτό γίνεται εφικτό
μόνο μέσα στην Θεία Λειτουργία όπου ο Ζών Θεός Λόγος αποκαλύπτει και φανερώνει
τον Εαυτό Του στον πεσμένο και νεκρό άνθρωπο. Και του δίδει την δική Του Ζωή
και την δική Του Αγάπη.

Και τον
ελευθερώνει από τον τόπο του θανάτου του σκότους και του κακού που σκοτώνει τα
όντα και τα φυλακίζει στο δικό του Βασίλειο, της λήθης, του μίσους και του
μισού. Γι’ αυτό η Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να διακοπεί με κανένα κορωνοϊό
και με ουδεμία ασθένεια θανατηφόρο. Διότι η Θεία Λειτουργία είναι η άρση του
θανάτου.
Όποιος δεν το κατανοεί και δεν το αντιλαμβάνεται αυτό και
φοβούμενος τις μεταδοτικές ασθένειες δέχεται να απέχει από την Θεία Λειτουργία,
δεν έχει ποτέ συναντηθεί με τον Χριστό και την Εκκλησία Του, είτε λαϊκός είτε
κληρικός είτε επίσκοπος είτε όποιος άλλος.

 

Τα πολιτικά
κόμματα είναι αιρέσεις χωρισμού, αποξένωσης, 
μίσους και φυλακής του ανθρώπου.

Τα πολιτικά
κόμματα μισούν την Αλήθεια και το Όλον. Γι’ αυτό γίνονται όργανα των πονηρών
πνευμάτων που νεκρώνουν την Πόλη και την Πολιτική. Ο άνθρωπος της Αλήθειας,
ο  άνθρωπος του Όλου, ο άνθρωπος που έστω
κατ’ ελάχιστο γνωρίζει κάτι από τον Χριστό δεν μπορεί να ανήκει σε κόμματα, σε
κομμάτια και σε συντρίμμια της Πόλης και της Πολιτικής.
Αυτός ανήκει στο
Όλον της Πόλης και δημιουργεί πολιτική του Όλου και όχι του μίσους και του
μισού.

 

Η Εκκλησία δεν
πρέπει να ασκεί κοσμική εξουσία επί των ανθρώπων. Όμως έχει χρέος να δείξει την
αληθή πολιτική του Όλου και όχι του μέρους. Πολύ περισσότερο, η Εκκλησία δεν
μπορεί να υποτάσσεται στα κόμματα και στις κυβερνήσεις των.
Η Εκκλησία έχει
δικά της κριτήρια για το αληθές. Και αν είναι ανάγκη για να σώσει τον λαό της
από το ψεύδος, ασκεί αφόβως και θαρραλέως δριμεία κριτική στην Πολιτεία.

Όμως η
Εκκλησία με τις επισκοπές της και τις ενορίες της, μπορεί να σώζει την Πολιτική
και την Πόλη, διδάσκοντας τους ανθρώπους για την ορθή πολιτική θεωρία και
πράξη. Σήμερα παρατηρείται εν πολλοίς μια μονοφυσιτική αντίληψη των εκκλησιαστικών
ανδρών διότι, ενώ βλέπουν το ψεύδος των πολιτικών και την εξαπάτηση του λαού
αδρανούν και φεύγουν από το χρέος των να διδάσκουν την ορθή πολιτική θεωρία και
πράξη. Αφήνουν ανενόχλητους τα κόμματα και τους πολιτικούς να φονεύουν τον λαό,
την Πόλη και την αλήθεια της ζωής και της Εκκλησίας. Και όχι μόνο αδρανούν και
κλείνουν τα μάτια αλλά συχνά και συνεργάζονται ατύπως με τα κόμματα και τις
κυβερνήσεις των στην εξαπάτηση του λαού και της Πόλης.

Η Εκκλησία
μπορεί και πρέπει να αναδεικνύει υγιείς πολιτικούς άνδρες και γυναίκες. Διότι η
Εκκλησία είναι η μόνη που διατηρεί άμεση επαφή με τον λαό. Χωρίς η ίδια να
συμφύρεται  στην πολιτική μπορεί και
πρέπει να εξυγιαίνει την πολιτική με ουσιώδη τρόπο.

Κυρίως, η
Εκκλησία μπορεί να διδάξει τον λαό της πως δεν πρέπει να προσκολλάται και να
λατρεύει τους πολικούς άνδρες χάριν ίδιου οφέλους. Ακόμη περισσότερο, δεν
πρέπει να προσκολλάται στις κομματικές ιδεολογίες και να χωρίζεται σε τάξεις
και κομματικές ομάδες. Μπορεί ακόμη να διδάξει τους πολιτικούς, πως μόνο εάν έχουν
αναπτύξει το ανιδιοτελές μπορούν να υπηρετήσουν τον λαό και την δημοκρατία.
Μπορεί να διδάξει τους πολιτικούς αλλά και να τους θέσει προ των ευθυνών των,
όσον αφορά την Ελληνική παράδοση και τον Ορθόδοξο πολιτισμό και τρόπο. Οι
πολιτικοί πρέπει να γνωρίζουν και να φοβούνται την Εκκλησία όταν αδικούν και
όταν υπηρετούν το ψεύδος και την ιδιοτέλεια. Πρέπει να γνωρίζουν πως θα βρουν
μπροστά τους σύσσωμη την Εκκλησιαστική ιεραρχία όταν πράττουν άδικα για τον λαό,
την Ιστορία, την Εκκλησία και την Δημοκρατία.                                             

(συνεχίζεται)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *