«Αἰδὼς Ἀργεῖοι» (Γ΄) «αὐθαιρεσίες πασπαλισμένες μὲ σπαράγματα Πατερικῶν λόγων»

Uncategorized

Γράφει ὁ Γεώργιος Κ. Τζανάκης



πειδὴ
τὰ διατυπωθέντα ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Ἀργολίδος, (Ἡ γῆ εἶναι τετράγωνη) κατὰ τὴν
γνώμη μου δὲν πρέπει νὰ μένουν καὶ νὰ αἰωροῦνται στὸ ἐκκλησιαστικὸ στερέωμα ὡς
τοξικὸ νέφος, συνεχίζω τὸν σχολιασμό.

Ἐπαναλαμβάνω
ὅτι ἀφορμὴ παίρνω ἀπὸ τὸ δημοσίευμα. Δὲν στρέφομαι ἐναντίον τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖο
δὲν γνωρίζω, οὔτε ἐναντίον τῆς ἀρχιερατικῆς του ἰδιότητος, μὴ γένοιτο! Τὶς ἀπόψεις
ποῦ διετυπώθησαν καὶ τὸν τρόπο ποῦ ἐξεφράσθησαν σχολιάζω. Ἐξ ἄλλου θὰ ἦτο ἄδικο
νὰ ἐστιάσουμε μονο στὸ πρόσωπό του, διότι δὲν εἶναι ὁ πρῶτος ἢ ὁ μόνος ποῦ διατυπώνει
τέτοιες ἀπόψεις. Πλέον εἶναι πέλαγος μέσα στὸ ὁποῖο κολυμπᾶ τὸ χριστεπώνυμο
πλήρωμα καὶ ὅσοι δὲν πνίγονται ψάχνουν βράχο ἢ σανίδα ἢ κάτι νὰ πιαστοῦν. Ἔχει
βέβαια καὶ τὸ καλὸ ὅτι ἀρχίζουμε νὰ ψάχνουμε λόγο γνήσιο ἐκκλησιαστικό, πίστεως
καὶ ἁγιότητος καὶ γινόμαστε πιὸ προσεχτικοὶ καὶ ἐπιφυλακτικοί, ὅταν ἀκοῦμε τοὺς
συγχρόνους ρασοφόρους νὰ ἀποφαίνονται καὶ δὲν καταπίνουμε ἀμάσητο ὅτι λέγεται. Ἡ
ἐποχὴ τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἀπροϋποθέτου ὑπακοῆς παρῆλθε ἀνεπιστρεπτὶ καὶ
μακάρι νὰ μὴν χαθεῖ καὶ ἡ πίστις, ἀπὸ τοὺς κλονιζομένους, λόγω τῆς στάσεως
κάποιων ἐκ τῶν ρασοφόρων. 

Ἀφοῦ,
λοιπόν,τελειώνει ἐπὶ τροχάδην μὲ τὶς πράξεις καὶ τὶς εὐθύνες τῆς Ἱεραρχίας γιὰ
τὸ κλείσιμο τῶν ἐκκλησιῶν μὲ τὰ χαρακτηριστικὸ «Ὅτι ἔγινε , ἔγινε» στρέφεται ἐναντίον
τοῦ…κλήρου καὶ τοῦ ποιμνίου καὶ ἐδῶ δὲν φείδεται οὔτε
χάρτου, οὔτε χρόνου, οὔτε χαρακτηρισμῶν: 

Δειλοί,
πού παραμενουν στὸ σκοτάδι της ἀνωνυμίας, μέ αμέτρια στις φωνές, μέ θορυβωδη
τρόπο, πού νομιζουν ὅτι ὑπερασπίζονται τὴν ἐκκλησία, πού προβαινουν σέ
διδασκαλια, παραινέσεις καὶ ὁδηγίες προς τὴ Σύνοδο τοὺς ἐπισκόπους τους κληρικοὺς
λαϊκοὶ ὄντες. 

«Ἄνθρωποι
που δεν ἔχουν ἀνοίξει οὔτε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ μόνη «πνευματικὴ» τροφὴ τοὺς εἶναι
τα χαμηλοὺ ἐπιπέδου θρησκευτικὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, ἔχουν τὴν ἀπαίτηση ἀπὸ
κατηχούμενοι νὰ γίνουν κατηχητές, ἀπὸ μαθητὲς νὰ γίνουν δάσκαλοι». 

«Ἀναφέρομαι
στοὺς ἀνθρώπους που έχουν μεσάνυχτα ἀπὸ θεολογία καὶ ὅμως ἀποφαίνονται σὰ νά ‘ναι
Μεγάλοι Ἀθανάσιοι και έχουν τὴν ἀπαίτηση νὰ ὑποκύψει ἡ ἐκκλησία στὶς ἀξιώσεις
καὶ ἀπαιτήσεις τους». 

Τὰ
παραπάνω εἶναι ἕνα μικρὸ δεῖγμα ἀπὸ τοὺς χαρακτηρισμοὺς ποῦ ἐκτοξεύει ὁ
Σεβασμιώτατος πρὸς μέλη τῆς ἐκκλησίας, πρόβατα δηλαδὴ τῶν ὁποίων εἶναι ποιμήν,
μὲ τὴν στενὴ ἢ εὐρύτερη ἔννοια. Δὲν γνωρίζω πῶς συμπεραίνει ὅλα αὐτά. Πῶς μπορεῖ
νὰ ξέρει κάποιος ἂν ὁ ἄλλος ἔχει ἀνοίξει τὴν Ἁγία γραφὴ ἢ ὄχι; Πῶς μπορεῖ νὰ
ξέρει ἂν ἡ πνευματικὴ τροφὴ κάποιου εἴναι χαμηλου ἐπιπέδου θρησκευτικὰ περιοδικὰ
καὶ ἐφημερίδες; Πώς μπορεῖ νὰ ξέρει ἂν κάποιος εχει μεσάνυχτα ἀπὸ θεολογία; Άν
πάρει κάποιος τὸ κείμενό του Σεβασμιωτάτου, χωρὶς νὰ γνωρίζει τὸν συγγραφέα, τί
συμπέρασμα θὰ βγάλει γιὰ τὴν θεολογικὴ κατάρτισι τοῦ συγγράψαντος καὶ τὴν
«πνευματική του τροφή»; Ἀπὸ ποῦ φαίνεται ὄτι εχει ἀνοίξει τὴν ἁγία Γραφή πολυ δὲ
περισσότερο ὅτι τὴν ἔχει κατανοήσει καὶ τὴν ἀκολουθεῖ; Καὶ τί σημαίνει ἔχει ἀνοίξει
τὴν Γραφή; Οἱ ἰεχωβάδες καὶ οἱ Προτεστάντες ὅλο τὴν γραφὴ μελετοῦν. Καὶ ποιὰ τὰ
ἀποτέλεσμα; «Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ Θεῶ, ἂλλ οἱ ποιηταὶ τοῦ
νόμου»(Ρὼμ Β΄ 13) 

Κρίνει
συνεχῶς τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κατακεραυνώνει, ἀλλὰ δὲν μπαίνει στὸν κόπο νὰ ἀναρωτηθῆ
ἂν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἐλάχιστοι καὶ προβληματικοὶ ἀδελφοί, ἔχουν σκανδαλιστεῖ ἀπὸ
τὶς ἐνέργειές του καὶ ὅλης της ἱεραρχίας. «Μηκέτι οὒν ἀλήλους κρίνωμεν, ἀλλὰ τοῦτο
κρίνατε μαλλον τὸ μὴ τιθέναι πρόσκομμα τῷ ἀδελφῶ ἢ σκάνδαλον»(Ρὼμ ΙΔ 13). Δὲν αἰσθάνεται
ὑποχρέωσι ὡς ποιμήν, ὡς δυνατός, ὡς καταρτισμένος «τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων
βαστάζειν καὶ μὴ ἐαυτῶ ἀρέσκειν;» (Ρὼμ ΙΕ,1) 

Ὑπάρχει
βέβαια καὶ ἡ ἐπισήμανσις γὶ αὐτοὺς ποῦ «εἶν ὅτι ἀκριβῶς κατηγοροῦν», ὅποτε δὲν
προχωρῶ , ἀλλὰ θεωρῶ καλὸ νὰ προσεχθοῦν οἱ πατερικὲς χρήσεις (τὰ πατερικὰ
χωρία) μὲ τὶς ὁποῖες προσπαθεῖ νὰ θεμελιώση τὰ λεγόμενά του ἢ μᾶλλον νὰ δώση μιὰ
πατερικὴ ψιμιθιὰ στὶς ὕβρεις μὲ τὶς ὁποῖες περιλούζει τὸ ποίμνιον. 

«Ἀφήνω
δὲ τὴ «διδασκαλία, τὶς παραινέσεις, τὶς ὁδηγίες» λαϊκῶν μελῶν τῆς ἐκκλησίας πρὸς
τὴ Σύνοδο, τοὺς ἐπισκόπους, τοὺς κληρικούς. 

Ἄνθρωποι
ποὺ δὲν ἔχουν ἀνοίξει οὔτε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ μόνη «πνευματικὴ» τροφὴ τοὺς εἶναι
τὰ χαμηλοῦ ἐπιπέδου θρησκευτικὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, ἔχουν τὴν ἀπαίτηση ἀπὸ
κατηχούμενοι νὰ γίνουν κατηχητές, ἀπὸ μαθητὲς νὰ γίνουν δάσκαλοι».

Γιὰ
τοὺς χαρακτηρισμοὺς περὶ ἀσχέτων, ἀγραμμάτων κλπ δὲν μποροῦμε νὰ σχολιάσουμε , ὅπως
εἴπαμε παραπάνω.. Ὅμως συνεχίζοντας λέει μὲ σαφήνεια: ἔχουν τὴν ἀπαίτηση ἀπὸ
κατηχούμενοι νὰ γίνουν κατηχητές, ἀπὸ μαθητὲς νὰ γίνουν δάσκαλοι. Ποιοί; Οἱ ἄσχετοι,
οἱ βοσκοί, οἱ ξυλουργοί, ὁ χύδην ὄχλος. Βλέπει ὅτι ὑπάρχουν καὶ δροῦν τέτοια ἄτομα
καί διαμαρτυρεται. Ἐξ ἄλλου τὸ ἴδιο εἶχε κάνει, κατὰ τὴν γνώμη του, καί ο Μέγας
Βασίλειος πρὶν 1700 χρόνια: 

«ὅταν
ἔβλεπε τὸν οἰκοδόμο, τὸν μανάβη καὶ τὸν μπακάλη τῆς ἐποχῆς του νὰ «θεολογοῦν»
πάνω σὲ δύσκολα θεολογικὰ θέματα, ὅπως τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Θέματα ποὺ ἀπασχόλησαν
πολὺ καιρὸ τὶς τοπικὲς καὶ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὅπου ἔγιναν ἀτέρμονες
συζητήσεις καὶ ἀντιδικίες, ὁ βοσκὸς ἢ ὁ ξυλουργὸς τὰ εἶχαν λυμένα καὶ θὰ ἔπρεπε
ὁ Μ. Βασίλειος ἀπὸ ποιμένας νὰ γίνει ἀγόμενο καὶ φερόμενο πρόβατο, νὰ ἀκολουθήσει
τὸν ποιμαινόμενο!» 

Ἄρα
δικαίως καὶ αὐτὸς διαμαρτύρεται. Ὅπως καὶ ὁ
Mέγας Βασίλειος. Μὲ μιὰ διαφορά. Ο Μ. Bασίλειος ἀναφέρεται σὲ αἱρετικοὺς ποῦ
στρατολογοῦσαν ὀπαδοὺς καὶ πράγματι μὲ ἰσχυρογνωμοσύνη καὶ ἐπιμονὴ προσπαθοῦσαν
νὰ ἐπιβάλλουν τὶς ἀπόψεις τους, ἀναφερόμενοι ὄντως σὲ ζητήματα θεολογικὰ ποῦ οὐδεὶς
μπορεῖ νὰ προσπελάσει ἀκόμη καὶ ὁ πλέον σοφὸς καὶ ὁ πλέον εὐπαίδευτος , ὅπως τὰ
περὶ σχέσων τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πράγματι ἦταν κωμικοτραγικὸ ἄνθρωποι
χωρὶς τὶς στοιχειώδεις προϋποθέσεις νὰ ἐρίζουν καὶ νὰ ἀντιλέγουν καὶ νὰ ἐπιχειρηματολογοῦν.
Τὸ πρόβλημα ὅμως δὲν ἦταν τὸ ἐπάγγελμά τους , ἦταν τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο προσπαθοῦσαν
νὰ καταπιαστοῦν, ἀπροσπέλαστο γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε, καὶ ἡ αὐθάδειά τους.
Ξυλουργὸς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ὁ Ἅγιος Παϊσιος ὁ ἁγιορείτης. Ψαράδες ἦταν
οἱ ἀπόστολοι, δὲν τοὺς ἐμπόδισε ὅμως νὰ θεολογήσουν ἀφοῦ εἶχαν δεχτεῖ τὴν Χάρι
τοῦ Παρακλήτου κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ποῦ χθὲς ἑορτάσαμε. 

Ἂν
γινόταν πιὸ σαφὴς μὲ παραδείγματα, ἀφοῦ εἶναι ἀπὸ τὸ διαδίκτυο, θὰ μπορούσαμε νὰ
τὸ ἐλέγξουμε. Νὰ δοῦμε ἂν προκεῖται γιὰ ἐπίδοξους κατηχητὲς καὶ διδασκάλους.Τὸ ἴδιο
ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀναφορά του στὸν Μέγα Βασίλειο. Ἂς μᾶς πεῖ σὲ ποιὰ λόγια του
Ἁγίου ἀναφέρεται συγκεκριμένα ὥστε νὰ ἐξετάσουμε τί καὶ γιατί τὸ ἔχει πεῖ ὁ ἅγιος. 

Στὴν
ἀναφορά του στὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὑπάρχει κάτι συγκεκριμένο ἀπὸ τὸν ἅγιο: 
 

«Τὸ
ἐρώτημα τοῦ φίλου καὶ συνασκητού του, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἶναι καὶ
σήμερα ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρο καὶ τὸ ἀπευθύνω σὲ ὅλους τους ἀργόσχολους «θεολογοῦντες»
τοῦ internet, ποῦ θέλουν στανικὰ νὰ ἐπιβάλουν τὶς ἀπόψεις τους: «Τί στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς,
ἐνταγμένος ἐν στρατιώταις;» 

Πῶς
νὰ τὸ κάνουμε ἀδελφοί μου; Οι ἀγνοοῦντες χρειάζονται διδασκαλία. Ὄχι προβιβασμὸ
στὴ θέση τοῦ δασκάλου. 

Τὸ
χωρίον εἴναι απο τὸν 32ο λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (PG36 173 Ἃ –
212 C). Ὁ ἅγιος περιγράφει μιὰ κατάστασι γενικῆς ἔχθρας καὶ πολέμου, ὁ ἕνας ἐναντίον
τοῦ ἄλλου, οἱ ἱερεῖς πολεμοῦν μεταξύ τους καὶ ἐναντίον τοῦ λαοῦ, ὁ λαὸς μεταξύ
του καὶ ἐναντίον τῶν ἱερέων, οἱ γονεῖς πολεμοῦν τὰ τέκνα καὶ τὰ τέκνα τοὺς γονεῖς
κλπ. Ὁ νόμος τῆς αἰδοῦς ἔχει περιφρονηθῆ καὶ κυριαρχεῖ ὁ νόμος τῆς αὐθάδειας: 

Καὶ
τοῦτο ἐστιν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὃ διέσπασε μέλη, διέστησεν ἀδελφούς, πόλεις ἐτάραξε,
δήμους ἐξέμηνεν, ὤπλισεν ἔθνη, βασιλεῖς ἐπανέστησεν, ἱερεῖς λαῶ καὶ ἀλλήλοις,
λαὸν ἐαυτῶ καὶ ἱερεύσι, γονεῖς τέκνοις, τέκνα γονεύσιν, ἄνδρας γυναιξί,
γυναίκας ἀνδράσι. Πάντα τὰ τῆς εὐνοίας ὀνόματα, δούλους καὶ δεσπότας ἀλλήλους, ἀλλήλους
διδασκάλους καὶ μαθητᾶς, πρεσβύτας καὶ νέους, καί τόν της αἰδοῦς ἀτιμάσαν
νόμον, τοῦ μεγίστου πρὸς ἀρετὴν βοηθήματος, τὸν τῆς αὐθαδείας εἰσήνεγκεν·
PG36.177 Β

Ὅλα
αὐτὰ προέρχονται πάλι ἀπὸ αἱρετικὲς ἀπόψεις δογματικῆς φύσεως ποῦ ἔχουν
παρουσιαστεῖ καὶ ἔχουν κάνει τὴν Ἐκκλησία κομμάτια ἀπὸ τὶς διάφορες ἀπόψεις περὶ
τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος: 

Τοῦτο
ἐστιν ὸ πολλὰ εἶναι μέρη τὴν μίαν Ἐκκλησίαν πεποίηκε, καὶ διέστησεν, οὐκ εἰς ἕνα
Παῦλον, ἢ Κηφᾶν, ἢ Ἀπολλώ, ἢ τὸν δείνα φυτευτήν, ἢ τὸν δείνα ποτιστήν· πολλοὺς
δὲ ἀνέδειξε Παύλους, καὶ Ἀπολλῶς, καὶ Κηφᾶς, ἀφ’ ὧν ἀντὶ Χριστοῦ καλούμεθα, τὸ
μέγα καὶ καινὸν ὄνομα, καὶ ὧν εἶναι λεγόμεθα· καὶ εἴθε τοσούτον εἶχον εἰπεῖν· ἀλλὰ
καὶ πολλοὺς (ὃ φρίττω λέγων) Χριστοὺς ἀνθ’ ἑνός, τὸν γεννώμενον, τὸν
κτιζόμενον, καὶ τὸν ἀπὸ Μαρίας ἀρχόμενον, καὶ τὸν ἀναλύοντα ὅθεν εἰς τὸ εἶναι
προῆλθε, καὶ τὸν ἄνουν ἄνθρωπον, καὶ τὸν ὄντα, καὶ τὸν φαινόμενον. Ὡς δὲ καὶ
πολλὰ Πνεύματα, τὸ ἄκτιστον, καὶ τὸ κτίσμα, καὶ τὸ ὁμότιμον, καὶ τὸ ἐνέργημα,
καὶ τὸ ψιλὸν ὄνομα. PG36.180 A 

Ἄνθρωποι
θερμόαιμοι μὲ λόγια καὶ πράξεις λόγω τῆς ὑπερβολῆς καὶ τοῦ πάθους ξεφεύγουν ἀπὸ
τὸ καλὸ καὶ τὴν ἀρετή: 

Τὸ
γὰρ αὐτὸ καὶ περὶ δικαιοσύνην, καὶ περὶ σοφίαν παθος, θερμότης περὶ πράξιν καὶ
λόγον, ἔξω του καλοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς δὶ’ ὑπερβολὴν πίπτουσα. PG 36.181 A 


ἅγιος προσπαθεῖ νὰ διδάξει τὴν μετριπάθεια καὶ τὴν ἑνότητα. Ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι
ἕνα σῶμα: 

Οι
γὰρ πάντες ἓν σῶμα ἐσμεν ἐν Χριστῷ· οἱ δὲ καθ’ ἕνα Χριστοῦ, καὶ ἀλλήλων μέλη.
PG36.185 D 

Καὶ
ὑπάρχει τάξις, ἔχει ὁ κάθε ἕνας τὸν ρόλο του καὶ λειτουργοῦν ὅλοι σὰν ἕνα σῶμα: 

Τάξις
κὰν ταῖς Ἐκκλησίαις, τὸ μὲν εἶναι τί ποίμνιον, τὸ δὲ ποιμένας διώρισε· καὶ τὸ μὲν
ἄρχειν, τὸ δὲ ἄρχεσθαι· καὶ τὸ μὲν οἶον εἶναι κεφαλήν, τὸ δὲ πόδας, τὸ δὲ
χείρας, τὸ δὲ ὀφθαλμόν, τὸ δὲ ἄλλο τί τῶν μελῶν τοῦ σώματος, πρὸς τὴν τοῦ παντὸς
εὐαρμοστίαν καὶ τὸ συμφέρον, ἢ προεχομένων, ἢ προεχόντων· καί, ὥσπερ ἐν τοῖς
σώμασιν, οὔτε ἀπέρρηκται ἀλλήλων τὰ μέλη, ἀλλ’ ἓν σῶμα τὸ πᾶν ἐστιν ἐκ διαφόρων
συγκείμενον· PG36.185Β 

Μέσα
σ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ὅπου ὁ κάθε ἕνας ἐξαγριωμένος καὶ πεφυσιωμένος θέλει νὰ κάνει
τὸν διδάσκαλο γιὰ νὰ περάση τὶς θεωρίες του καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἐγωϊσμό του,
ὁ ἅγιος προσπαθεῖ νὰ συγκρατήση ὅσους τὸν ἀκοῦνε, ὥστε νὰ παραμείνουν στὰ
«σίγουρα καὶ χαμηλὰ» καὶ σ΄ αὐτὰ ποῦ οἱ ἱκανότητές τους ἐπαρκοῦν καὶ νὰ μὴν
παρασυρθοῦν σὲ δρόμους ποῦ πολλὰ ὑπόσχονται, ἀλλὰ ἔχουν καὶ τεράστιους
κινδύνους, μεγάλο ρίσκο:

Μέγα
τὸ διδάσκειν; Ἀλλὰ τὸ μανθάνειν ἀκίνδυνον. Τί σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὧν;
Τί γίνη κεφαλή, ποὺς τυγχάνων; Τί στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς, τεταγμένος ἐν
στρατιώταις; Τί τὰ μεγάλα καὶ οὐκ ἀσφαλῆ κέρδη τῆς θαλάσσης ἐπιδιώκεις, ἐνὸν ἀκινδύνως
γεωργεῖν γῆν, εἰ καὶ κερδαίνοις ἐλάσσονα; PG36.189A 

Εδώ
χρησιμοποιεῖ τὴν φράσι Τι στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς, τεταγμένος ἐν στρατιώταις;.
Γιά ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι παρασυρμένοι ἀπὸ αἱρετικὲς θεολογικὲς θέσεις ἔχουν ἐκμανεῖ
καὶ θέλουν νὰ διαδώσουν τὶς ἀπόψεις τοὺς διδάσκοντας καὶ παρασύροντας τοὺς ἄλλους.
Στήν περίπτωσί μας ὅμως οἱ ὑβριζόμενοι ὑπὸ τοῦ σεβασμιωτάτου, οὔτε αἱρετικοὶ ἢ ἀκολουθοῦντες
αἱρετικοὺς εἶναι, οὔτε στὰ ἀπροσπέλαστα ἄδυτα τῆς θεολογίας προσπαθοῦν νὰ
διεισδύσουν, οὔτε ξύπνησαν ἕνα πρωΐ καί θελουν νὰ κάνουν τοὺς δασκάλους καὶ νὰ ἐπιβάλλουν
στανικὰ τὶς ἀπόψεις τους σὲ Συνόδους καὶ ἐπισκόπους, ὅπως θεωρεῖ ὁ
Σεβασμιώτατος. Ἄνθρωποι εἶναι ποῦ πιστεύουν στὸν Θεό, ὅσο πιστεύει ἕκαστος, καὶ
βλέπουν ξαφνικὰ νὰ τοὺς κλείνουν τὶς ἐκκλησίες, νὰ τοὺς πετοῦν ἔξω, νὰ μὴν
μποροῦν νὰ γιορτάσουν Πάσχα, νὰ τοὺς κυνηγοῦν ἀστυνόμοι, νὰ τοὺς ὑβρίζουν ἱεράρχες,
δημοσιογράφοι, πολιτικοί, ἄθεοι, ἀντίθεοι καὶ κάθε νεοεποχίτικο φροῦτο.
Διαμαρτύρονται, φωνάζουν, ἀρθρογραφοῦν, ὅπως καὶ ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας, μπορεῖ νὰ
λένε καὶ λάθος πράγματα -θεολογικῶς νοούμενα- ἀλλά, τέλος πάντων, δὲν προσπαθοῦν
νὰ γίνουν κατηχητες καὶ διδάσκαλοι. 

Ἄρα
τὰ παραθέματα τῶν ἁγίων Μεγάλου Βασιλείου (δὲν ὑπάρχει ἀλλὰ μόνον γενικὴ ἀναφορὰ)
καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου –ποῦ παρουσιάζει ὁ Σεβασμιώτατος- δὲν ἔχουν σχέσι μὲ
τὸ σημερινὸ πρόβλημα. 

Σχετικὸ
εἶναι -καὶ ἀφορᾶ τήν ευθυνή του Σεβασμιωτάτου, ἀλλὰ καὶ ὅλης της ἱεραρχίας, νὰ ὀρθοτομοῦν
τό λογό της ἀληθείας- αὐτὸ ποῦ λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στὴν ἴδια ὁμιλία: 

Οὐ
γὰρ ὁ τομὸς διαιρεῖ λόγος, ἡ Χριστοῦ μάχαιρα, τοὺς πιστεύοντας ἀπὸ τῶν ἀπίστων,
οὐδὲ πῦρ βάλλεται, καὶ ἀνάπτεται, ἡ δαπανώσα τὴν ὕλην καὶ ἐσθίουσα πιστις, καὶ ἡ
ζέσις τοῦ Πνεύματος· ἀλλ’ ἐναντίως ἢ πρότερον, δαπανώμεθα καὶ τεμνόμεθα.
PG36.179 C 

Δηλαδή:
Ὁ κοφτερὸς λόγος, τὸ μαχαίρι τοῦ Χριστοῦ δὲν χωρίζει τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπίστους,
οὔτε ἀνάπτεται ἡ φωτιὰ τοῦ Πνεύματος καὶ τῆς πίστεως γιὰ νὰ κάψει τὰ ξερὰ χόρτα
τῆς ἀπιστίας, ἀλλά ξοδευομαστε καὶ χωριζόμαστε μεταξύ μας. 

Ἰδοὺ
Σεβασμιώτατε πεδίον δόξης λαμπρόν. Νὰ ξεχωρίσετε τὰ τῆς πίστεως ἀπὸ τὰ ἀλλότρια.
Πόσοι δεδηλωμένοι ἄθεοι φώναζαν καὶ διερύγνυαν τὰ ἱμάτια τοὺς κατὰ τῶν Χριστιανῶν;
Πολιτικοὶ δημοσιογράφοι, ἐπιστήμονες καὶ οἱ λοιποί… Μιλῆστε σ αὐτοὺς .
Χωρίστε τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Κάψτε τὶς
συκοφαντίες τους μὲ τὸ πῦρ τοῦ Πνεύματος.

Αὐτὴ
εἶναι, νομίζω, ἡ ὑποχρέωσί σας καὶ ὄχι νὰ καθυβρίζετε τοὺς (λίγο ἢ πολὺ ἢ ὁ Θεὸς
ξέρει πόσο) πιστούς. 

Ἀλλὰ
αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι στὶς μέρες μᾶς πολυ πιασάρικο καὶ δὲν γίνεται ἀφορμὴ
γιὰ τηλεοπτικὲς προσκλήσεις…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *