Άγιος Νεκτάριος: «Οι Χριστιανικές Εκκλησίες – οάσεις στην έρημο των πρώτων αιώνων»

Uncategorized

Σάββας Ηλιάδης
Δάσκαλος




Οι Χριστιανοί των
πρώτων αιώνων

«Ενόσω η Κοινωνία των
πρώτων μετά Χριστόν αιώνων και κυρίως επί της εποχής  της απόλυτης Ρωμαϊκής μοναρχίας, βρισκόταν
μέσα  σε μια ηθική και υλική αναρχία, οι
Χριστιανικές Εκκλησίες, σαν οάσεις μέσα σε ξερή και άνυδρη έρημο,  φανέρωναν έναν άλλον τρόπο ζωής, άλλου είδους
και ποιότητας κατά πάντα. Ενώ γύρω τους εμφανώς καταλύονταν οι νόμοι,
πολυάριθμοι δε αυτοανακηρυσσόμενοι Αυτοκράτορες πολεμούσαν μεταξύ τους, για να
κυριαρχήσουν στον κόσμο, αλλά και αναρίθμητα στίφη βαρβάρων  καταπατούσαν και κατέκαιαν  πόλεις και χώρες, οι Χριστιανοί γνώριζαν ποια
ήταν η δική τους κυβέρνηση και ο δικός τους νόμος. Αυτοί μόνο είχαν ηγεμόνες
και λειτουργούς σταθερούς και αμετακίνητους. Αυτοί μόνο αισθάνονταν τους
εαυτούς τους προστατευμένους, συνδεδεμένους και καθοδηγούμενους. Και αυτοί
μόνο, μέσα σε εκείνον τον γενικό κατακλυσμό δεν ένιωθαν καν τον φόβο, μήπως και
ο ουρανός πέσει επάνω στα κεφάλια τους και τους πλακώσει ούτε και την γη να
σχίζεται κάτω από τα πόδια τους.
     Και αληθινά, σε κάθε πόλη υπήρχε ένας
άνθρωπος αξιοσέβαστος,  του οποίου η
υπεροχή και επιρροή ήταν αναμφισβήτητη σε όλη την πλέον ενεργή και ζωτική
μερίδα της Κοινωνίας. Αλλά ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ούτε ο άρχοντας του
αρχαίου ειδωλολατρικού βίου ούτε ο επίτροπος του Αυτοκράτορα, αλλά ήταν ο
αντιπρόσωπος του Χριστού».
       «… ως οάσεις τινές αυχμηράς ερήμου,
παρίστων θέαμα παντάπασιν αλλοίον»! Έτσι χαρακτηρίζει τις Εκκλησίες των πρώτων
αιώνων ο άγιος Νεκτάριος και
παρουσιάζει σαφώς την συνέχεια της Αποστολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας μας,
μέσα από την σύντομη αλλά περιεκτικότατη περιγραφή που κάνει σχετικά με την ζωή
των Χριστιανικών Εκκλησιών των πρώτων αιώνων, στο έργο του «ΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ».
      Λύπη
και νοσταλγία καταλαμβάνει την ψυχή του κάθε πιστού αλλά και κάθε λογικού
ανθρώπου σήμερα, διαβάζοντας τα λόγια αυτά του αγίου! Όντως και σήμερα η
Εκκλησία ζει μέσα σε μια αχόρταστη από τα άχυρα και τα ξερόχορτα της απιστίας και
του υλικού ευδαιμονισμού Κοινωνία. Μια Κοινωνία ανικανοποίητη από την αγωνιώδη,
λεπτομερή, διεισδυτικότατη και εξαντλητική, άνευ Θεού, φιλοσοφική αναζήτηση και
απογοητευμένη από τις διαρκώς ανακυκλούμενες αλλά πολλάκις μη εκπληρούμενες εγωιστικές
απαιτήσεις και προσδοκίες της.

 Απογοητευμένος
όμως και ο άνθρωπος από τις ανάλογες αλυσιτελείς αντιστοίχως προσδοκίες του, εξαιτίας
της εναποθέσεως της εμπιστοσύνης του αποκλειστικά στο «εδώ», στο πρόσκαιρο, στη
μελέτη του επιστητού, στην αναζήτηση τη ελευθερίας, στις υποσχέσεις της επιστήμης,
 για υγεία, μακροζωία  και στα πλαίσια μιας απατηλής ελπίδας με
όνειρο, το οποίο έχει οριστικό τέλος στην παρούσα ζωή την «νεκροφόρο αθανασία».
Έτσι, καταφεύγει στις απονενοημένες «εκδικήσεις» για το ανεκπλήρωτο! Εναντίον
τίνος άραγε; Μα, βέβαια, πάντα κατά του εαυτού του!  Αναταραχές, μίση, έχθρες, πόλεμοι,
αυτοκτονίες, ευθανασίες, εκτρώσεις, φόνοι, καταστροφή του πλανήτη με
ασυγκράτητη εγωιστική απληστία, εγκλήματα ασύλληπτης δαιμονικής επινόησης. Αυτοκαταστροφή
και αυτοκαταδίκη!

     Έτσι, εξουθενημένος, πνευματικά απογυμνωμένος,
τεθολωμένος ψυχή τε και καρδία  και
καταρρέων, υποτάσσεται στην δύναμη του Βελίαρ και στους θηριώδεις καταληψίες  της εξουσίας και αποδέχεται και ακολουθεί,
άκων εκών, την κατάργηση των ηθικών φραγμών και την κλοπή της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας.  Με τα μέσα που διαθέτει η
κυρίαρχη νέα τάξη, επιχειρεί ήδη να του επιβάλλει μια υπερέχουσα μοναρχία, με
την μορφή απόλυτης δικτατορίας, μπρος στην οποία φαντάζουν ως «νήπια» όλα τα
ανά τους αιώνες επιβληθέντα αντιδημοκρατικά συστήματα και καθεστώτα.  
     Και ενώ τους πρώτους αιώνες συνέβαιναν
κατ` αναλογία τα ίδια πράγματα, η Εκκλησία «παρουσίαζε
έναν άλλον τρόπο ζωής, άλλου είδους και
ποιότητας, κατά πάντα»!
Ζούσε μέσα στην κόλαση των ταραχών της κοινωνίας και
βίωνε ζωή παραδείσια. Σταθερή και αμετακίνητη. Με τους κανόνες της και τους
ηγέτες της στην υπακοή της αποστολικής Παραδόσεως. Αισθάνονταν δε τους εαυτούς τους
όλα τα μέλη, κλήρος και λαός, προστατευμένους, συνδεδεμένους και
καθοδηγούμενους. Ο μεν λαός γνώριζε και αναγνώριζε και τιμούσε τους ποιμένες
του:
«ὁ δὲ εἰσερχόμενος
διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα
τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾿ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.
καὶ ὅταν τὰ ἴδια
πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι
τὴν φωνὴν αὐτοῦ·ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι
οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν». (Ιω.10,2-5).
Oι δε ποιμένες στέκονταν στο ύψος
των περιστάσεων με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο τους έχρισε στο
αξίωμα: «
προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον
ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν
περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος (Πραξ. 20,28).
Ήταν
έτοιμοι για την ομολογία, την θυσία και το μαρτύριο έως θανάτου, μιμούμενοι τον
ίδιο τον ιδρυτή της Εκκλησίας, τον Χριστό, 
για την διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την στήριξη του ποιμνίου με
το παράδειγμα και την διδαχή και την καθοδήγησή του προς την οδό της σωτηρίας.
 «καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων
μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου».
(Πραξ. 1,4)
Πορεύονταν «συναλιζόμενοι»,
κατά το παράδειγμα του Χριστού μετά των Αποστόλων. Δηλαδή κατά την έννοια του
ρήματος, που «εκφράζει την στενή κοινωνία των προσώπων προς επιτέλεση ενός
σώματος, κατά την αρχική έννοια του ρήματος συναλίζεσθαι, που σημαίνει το να
γίνονται όλοι μαζί ένα, αλλά ταυτοχρόνως η ένωση αυτή να επιβεβαιώνεται και με
την συμμετοχή στην ίδια τροφή και τράπεζα». (Παν. Τρεμπέλας).
     
Ήταν ακλόνητη η πίστη στην θεία Πρόνοια. Διότι φαίνεται καθαρά από το
κείμενο, αλλά είναι γνωστό και από την ιστορία, πως πραγματικά αυτά που έζησε
κατά καιρούς  η ανθρωπότητα ήταν πολλές
φορές φρικτές και ζωώδεις καταστάσεις. Τέτοιοι ήταν για τους Χριστιανούς οι
αιώνες των διωγμών, στους οποίους αναφέρεται ειδικά ο άγιος. Ήταν περίοδος
κατακλυσμού του κακού εναντίον τους. Και όμως δεν ένιωθαν κανένα φόβο, ούτε
φυσικό ούτε υπερφυσικό. Ήταν κατεβασμένος ήδη ο ουρανός στη γη. Ανάμεσά τους
περιέτρεχαν οι άγγελοι και οι άγιοι. Γιατί να φοβηθούν την «πτώση» του ουρανού;
Αλλά και γιατί το σχίσιμο της γης, αφού ήξεραν πως ο τάφος τους ήταν η αιώνια
ανάστασή τους;
     Κλείνει με την αναφορά στην ασφαλιστική
δικλείδα όλης αυτής της ευλογημένης καταστάσεως. Στην αξιοσύνη του πνευματικού
ποιμένα, του ιεράρχη!  Μεγάλη ευλογία για
την Εκκλησία είναι οι άξιοι ιεράρχες. Είναι συγκλονιστική η τελευταία
παράγραφος του κειμένου. Επιμένει ο
άγιος Νεκτάριος και κάνει την ουσιώδη διευκρίνιση με λόγια μετρημένα και
καθαρά. Υπήρχε, λέει, σε κάθε κοινωνία ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος, ο οποίος δεν
αμφισβητούνταν από την ενεργή μερίδα της Κοινωνίας. Δηλαδή, όχι μόνο από τους
Χριστιανούς αλλά από κάθε σκεπτόμενο και ανήσυχο άνθρωπο, που τον ενδιέφερε η
Αλήθεια. Και αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν υποχρεωτικά αξιωματούχος, άρχοντας ή
βασιλιάς, αλλά ένας γνήσιος και αληθινός αντιπρόσωπος του Θεού. Και αυτός ήταν
ο επίσκοπος της πόλεως.
     Πώς να δοκιμάσει λοιπόν  και σήμερα ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος, να
ακουμπήσει ψυχή τε και σώματι  στην
Εκκλησία, στο σώμα του Χριστού; Αφού η περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα τον
έχει προδώσει και θα τον προδίδει ως φαίνεται συνεχώς και η απόγνωση έχει
επισκιάσει τα όνειρά του, γιατί να μην πλησιάσει και να «δοκιμάσει»; Είναι
γεγονός πως και η παρουσία της Εκκλησίας, ως σώμα Χριστού εντός της σημερινής
κοινωνίας, δεν θυμίζει καθόλου  «όασιν
αυχμηράς ερήμου» ούτε «παριστά θέαμα παντάπασιν αλλοίον». Δεν γίνεται αντιληπτή
μια έστω κατ` αίσθηση διαφορά από τον υπόλοιπο κόσμο. Δυστυχώς, δεν θα
μπορούσαμε να πούμε με την ίδια βεβαιότητα τα ίδια λόγια του αγίου Νεκταρίου
για την σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας! Και όχι μόνο αυτό, αλλά να
συμπληρώσουμε ακόμη μετά πολλής λύπης και το «μη χειρότερα»!
Πέρα
από όλα αυτά όμως, το
«ἔρχου καὶ ἴδε» (Ιω. 1,47), είναι
πάντα ένα επίκαιρο κάλεσμα, και δεν επιδέχεται προκαταλήψεις, υπολογισμούς,
κρίσεις ανθρώπων και συγκρίσεις καταστάσεων. Και επειδή την σωτηρία την
προσφέρει ο Χριστός διά της Εκκλησίας του και όχι τα πρόσωπα, είναι  το γενικό επιστρατευτικό κάλεσμά της, για την
ειρηνική και ασφαλή πορεία του ανθρώπου στην παρούσα ζωή αλλά και την  ζώσα ελπίδα για την αιωνιότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *