Τό κουταλάκι τῆς θείας Κοινωνίας

Uncategorized
Βιργκίλ  Γκεοργκίου


[…] Ὅταν ἔξω ἀπό τήν πόρτα μας ἀκουγόταν ὁ καλπασμός ἑνός
ἔφιππου χριστιανοῦ, καταλαβαίναμε πώς κάπου συμβαίνει κάτι ἄσχημο. Σταματούσαμε
αὐτόματα ὅτι κάναμε μέσα στό πρεσβυτέριο. Μᾶς κυρίευε ἀδημονία, ἀγωνία, ἔπεφτε
σιγαλιά. Ἄν ἐκείνη τήν ὥρα τρώγαμε στό τραπέζι, ἀφήναμε κάτω τό κουτάλι μας,
σταματούσαμε νά τρῶμε. Τῶν παιδιῶν τά μάτια μεγαλώνανε κι ἄλλο, χλώμιαζαν τά
πρόσωπά τους, περίμεναν. Ἡ μαμά ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί σηκωνόταν.
Κανείς μας δέν σάλευε, μόνο ὁ πατέρας μου. Ἦταν κιόλας ἕτοιμος νά ἀκολουθήσει ἀπό
πρίν ἀκόμα ὁ ἄνθρωπος μέ τό ἄλογο περάσει στόν περίβολο, πρίν χτυπήσει τήν ἐξώθυρά
μας. Ἔπιανε γρήγορα τόν σάκκο πού μέσα πάντα εἶχε τό Εὐχολόγιο, ἕνα ξύλινο
σταυρό, τά ἅγια Μυστήρια καί τό κουταλάκι γιά τή θεία Κοινωνία, τή Λαβίδα, τήν
«ἅγια ἐκείνη τσιμπίδα γιά τά θεϊκά ἀναμμένα κάρβουνα».
Τό κουταλάκι γιά τήν θεία Κοινωνία μοῦ προκαλοῦσε
κατάπληξη. Ἀσημένιο, πεντακάθαρο καί ἀστραφτερό, ὅμως τόσο πολύ
μεταχειρισμένο
, ὥστε ἔλειπε ἕνα κομμάτι του. Τό κουταλάκι δέν
χρησιμοποιήθηκε ποτέ γιά κάτι ἄλλο ἐξόν ἀπό τή θεία Κοινωνία, τό ἀκουμποῦσαν
στά χείλη τοῦ χριστιανοῦ καί ἔσταζαν τή σταγόνα οἴνου καί ἄρτου πού εἶναι αἷμα
καί σάρκα τοῦ Χριστοῦ. Πάντα  μέχρι σήμερα ἀναρωτιέμαι σέ πόσα ἄραγε
χείλη ἀκούμπησε, σέ πόσα χείλη ἡ λαβίδα ἔσταξε τό σῶμα Θεοῦ γιά νά εἶναι τόσο ὑπερβολικά
χρησιμοποιημένη.
Γιατί μέ τή λαβίδα μόλις καί ἀνάλαφρα ἀγγίζουν τά χείλη,
γιά νά τά σκουπίσουν μετά μέ ἕνα μεταξωτό ὕφασμα. Θά ἔπρεπε νά ἔγιναν ἀμέτρητες
θεῖες Μεταλήψεις ὥστε νά ἔχει τόσο φθαρεῖ ἀπό ἕνα ἀνάλαφρο, ἀνάερο ἄγγιγμα σέ
χείλη.
Ἐπί πολλούς αἰῶνες τήν ἴδια λαβίδα χρησιμοποιοῦσαν ὅλοι οἱ
ἱερεῖς τῆς οἰκογένειάς μας. Συλλογιζόμουν πώς προερχόταν ἀπό τούς πρώτους
χριστιανούς…
Καί μέ συγκινοῦσε βαθιά ἡ ἰδέα πώς μιά μέρα κι ἐγώ μέ τήν ἴδια
λαβίδα θά κοινωνοῦσα ἄλλους μέ σῶμα καί αἷμα Θεοῦ. Τό Εὐχολόγιο, τό κουτί τῶν ἁγίων
Μυστηρίων καί ἡ λαβίδα ἦταν μονίμως τυλιγμένα καί τοποθετημένα βαθιά στό
σακκούλι τοῦ πατέρα μου. […]

(Βιργκίλ Γκεοργκίου, Ἀπό τήν 25η ὥρα στήν αἰώνια ὥρα, ἐκδ. Ἁρμός, σ. 148-150)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *