Ἕνας ἀξέχαστος παπάς

Uncategorized
Ἀρχιμανδρίτου  Θωμᾶ Δ. Ἀνδρέου

(O παπάς της Σπιναλόγκας κοινωνούσε από τους λεπρούς και δεν κόλλησε ποτέ…)

[…]Στή δεκαετία
τοῦ ᾿50, ὑπῆρχε ἔντονη ἡ παρουσία τῶν λεπρῶν στό νησάκι τῆς Σπιναλόγκα πού ἀπό τό
1905 ἕως τό 1957 χρησιμοποιοῦνταν ὡς μόνιμη κατοικία τῶν λεπρῶν. Μιά κοινότητα καταδικασμένων
σέ θάνατο ἦταν αὐτό τό νησί. Ἄνθρωποι ἀπομονωμένοι, πληγωμένοι ἀπό τόν ἔξω κόσμο,
περιφρονημένοι, ζοῦσαν ἐκεῖ ὅλοι μαζί. Ἐκεῖ παντρευόντουσαν, ἐκεῖ γεννοῦσαν τά παιδιά
τους, καί ἐκεῖ ἄφηναν τήν τελευταία τους πνοή, ἀτενίζοντας πλέον ἐλεύθεροι τόν Ψηλορείτη
καί τήν λεβεντογέννα Κρήτη. Μόνη τους παρηγοριά ἡ καμπάνα τῆς μικρῆς ἐκκλησιᾶς τοῦ
Ἁγίου Παντελεήμονα, πού ἄλλοτε κτυποῦσε χαρμόσυνα γιά νά καλέσει σέ προσευχή καί
ἄλλοτε πένθιμα γιά νά ἀποχαιρετήσει ἕναν ἀπό τούς ἀνθρώπους πού ζοῦσαν ἐκεῖ, μέ
τήν ἐλπίδα ἐξεύρεσης τοῦ φαρμάκου. Ἐκεῖ στήν ἐκκλησιά τους ἔβρισκαν τό ἀπάνεμο λιμάνι
στίς τρικυμίες τῆς ζωῆς τους.
Ἡ Ἐκκλησία εἶχε φροντίσει
νά ὑπάρχει ἐκεῖ ἕνας παπάς γιά νά λειτουργεῖ, νά βαπτίζει καί νά κηδεύει αὐτούς
πού ἔφευγαν γιά τό μεγάλο ταξίδι. Ὁ παπάς τῆς Σπιναλόγκα σέ κάποια στιγμή πέθανε
λίγο μετά τήν κατοχή. Ὄχι ἀπό τήν λέπρα, ἁπλά ἦρθε ἡ ὥρα του νά ἐκτελέσει καί ἐκεῖνος
μέ τή σειρά του τό κοινό χρέος τοῦ βίου. Εἶναι σημαντικό πώς πέθανε ἀπό φυσικά αἴτια,
ὄχι ἀπό τήν λέπρα. Προσπαθοῦσε στά χρόνια τῆς διακονίας του στή Σπιναλόγκα νά μήν
πολυέρχεται σέ ἐπαφή μέ τούς λεπρούς. Ὅταν λοιπόν ἡ θέση τοῦ παπᾶ ἐκεῖ ἔμεινε κενή,
ζήτησε ἡ Ἐκκλησία ἐθελοντικά κάποιον γιά νά διακονήσει τούς ἀρρώστους πάνω στό νησί.
Κανένας δέν θέλησε νά πάει. Λογικό ἦταν ἐκείνη τήν ἐποχή, πού καί μόνο στό ἄκουσμα
τῆς λέξης κλεῖναν πόρτες καί παράθυρα καί καρδιές μαζί ἑρμητικά.

Μόνο ἕνας ἄγνωστος
ἱερομόναχος βρέθηκε νά πάει καί νά μείνει ἐκεῖ. Μαζί μέ τούς λεπρούς. Ἦταν ὁ ἱερομόναχος
Χρύσανθος Κατσουλογιαννάκης. Ὀρφάνεψε μικρός καί ἀπό τούς δύο γονεῖς, καί κηδεμόνας
καί προστάτης του ἔγινε ἕνας θεῖος του, ἱερέας τοῦ χωριοῦ Παλαικάστρου. Κάποιο χειμωνιάτικο
βράδυ ὁ ἱερέας αὐτός, καί προστάτης τοῦ ὀρφανοῦ παιδιοῦ, ἔπεσε σέ χιονοθύελλα ἐπιστρέφοντας
στό σπίτι του –ἐξυπηρετοῦσε τότε δυό-τρία χωριά λόγῳ ἐλλείψεως ἐφημερίων– μέ ἀποτέλεσμα
νά χάσει τόν δρόμο του καί νά πεθάνει ἀπό τό κρύο!
Μή ὑπάρχοντος κανενός
ἄλλου νά ἀναλάβει τό ὀρφανό παιδί, σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν πῆγε στήν μονή Παναγίας
Ἀκρωτηριανῆς ὅπου ἐκεῖ μεγάλωσε μέ τή φροντίδα τῶν πατέρων τῆς μονῆς. Σέ ὥριμη ἡλικία
καί ἀφοῦ ἔγινε μοναχός, χειροτονήθηκε ἱερεῦς, μέ τό ὄνομα Χρύσανθος. Ἄνθρωπος ἀσκητικός,
λιτοδίαιτος, ἐλεήμων, ἀνεξίκακος. Ὅταν ἄκουσε πώς ζητοῦσαν παπά γιά τή Σπιναλόγκα,
πῆγε καί ἔβαλε μετάνοια στόν ἡγούμενο τῆς μονῆς καί ζήτησε νά πάει αὐτός.
Πράγματι, πῆγε γιά
πρώτη φορά γύρω στό 1947 καί χτύπησε τήν καμπάνα γιά τόν ἑσπερινό. Τήν ἄλλη μέρα
ξημέρωνε Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας! Ἀφοῦ τελείωσε, ἐξομολόγησε ἀρκετούς ἀσθενεῖς πού
περίεργοι πῆγαν νά δοῦν τόν νέο τους παπά. Τήν ἄλλη μέρα, μεγάλη μέρα Κυριακή τῆς
Ὀρθοδοξίας στήν ἀρχή τῆς Σαρακοστῆς, λειτούργησε καί στό τέλος βγῆκε στήν ὡραία
πύλη νά μεταδώσει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Κρατώντας τό ἅγιο δισκοπότηρο
κάλεσε τούς χριστιανούς νά προσέλθουν καί νά μεταλάβουν τόν Χριστό. Κανείς δέν κουνήθηκε
ἀπό τήν θέση του. Τούς καλεῖ ὁ παπα-Χρύσανθος νά ἔλθουν νά κοινωνήσουν. Εἶχαν ἐξομολογηθεῖ
τό προηγούμενο βράδυ. Κανείς δέν ἔκαμε τό πρῶτο βῆμα. Ἐπέμεινε ὁ παπάς καί τότε
ἕνας δύο στήν ἀρχή διστακτικοί καί μετά ὅλοι μαζί πῆγαν νά κοινωνήσουν.
Ἀφοῦ ἀπολειτούργησε,
καί ἔδωσε τό ἀντίδωρο μέ τά χέρια του τ᾿ ἁγιασμένα, ἔβαλε δι᾿ εὐχῶν καί μπῆκε στό
ἅγιο βῆμα νά ξεφορέσει. Ὡστόσο –γιά ὅλους τούς παπάδες ἰσχύει αὐτό– πρίν ξεφορέσουμε
θά καταλύσουμε τό ἅγιο ποτήριο, ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπό τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ,
θά τό πάρουμε μαζί μας, στήν καρδιά μας, βγαίνοντας ἀπό τό ἅγιο βῆμα.
Ἔτσι ἔκανε
καί ὁ παπα-Χρύσανθος. Μόνο πού τήν ὥρα πού κατέλυε τόν Χριστό, μέ τήν ἄκρη τοῦ ματιοῦ
του εἶδε μερικά κεφάλια ἀπό τό παραπόρτι τοῦ ἱεροῦ νά τόν κοιτοῦν ἔκπληκτα. Ἦταν
οἱ λεπροί πού δέν πίστευαν στά μάτια τους! Ὁ παπάς ἔπινε ἀπό τό ἴδιο ποτήριο πού
εἶχαν πιεῖ καί αὐτοί! Συγκλονίστηκαν! Ὁ παπα-Χρύσανθος ἤρεμος καί πρᾶος τελείωσε
τό ὑπούργημά του καί βγῆκε ἀπό τό ἱερό.
Μόλις βγῆκε ἀπό τό
ἅγιο βῆμα, ἔπεσαν στήν ἀγκαλιά του οἱ λεπροί μέ δάκρυα στά αὐλακωμένα ἀπό τήν ἀρρώστια
πρόσωπά τους, τοῦ φιλοῦσαν τά χέρια καί κλαίγανε ὅλοι μαζί. Ἔκπληκτος τώρα ὁ παπάς
γιά τήν ἐκδήλωση αὐτῆς τῆς ἀγάπης, τούς ρώτησε νά μάθει τί εἶχαν πάθει. Τότε τοῦ
εἶπαν τό ἑξῆς: Ὁ προηγούμενος παπάς, φοβούμενος μήν κολλήσει τήν ἀρρώστια, εἶχε
ἕνα ξεχωριστό ἅγιο ποτήριο νά κοινωνεῖ τούς ἀρρώστους. Αὐτό πού κράταγε ὁ Χρύσανθος
ὅταν βγῆκε στήν ὡραία πύλη, ἦταν τό ποτήριο πού κοινωνοῦσε μόνο ὁ παπάς! Ὅταν τό
εἶδαν στά χέρια του δέν ἔκαμαν βῆμα, ἔχοντας στό νοῦ τους τό πῶς γινόταν μέ τόν
προηγούμενο παπά τους. Ἔπρεπε νά κοινωνήσουν ἀπό ἄλλο ποτήριο. Ὅταν λοιπόν τούς
«ἔπεισε» ὁ παπα-Χρύσανθος νά μεταλάβουν, μπῆκαν μέ τρόπο στό ἱερό νά δοῦν τί θά
κάνει τή Θεία Κοινωνία. Βλέποντάς τον νά καταλύει ἀπό τό ἴδιο ἅγιο ποτήριο νιώσαν
τήν Ἀνάσταση στήν ψυχή τους. Γιά αὐτούς ἐκείνη ἡ μέρα, πρώτη βδομάδα τῆς Σαρακοστῆς,
ἦταν Πάσχα!
Πέρασαν τά χρόνια.
Ὁ παπα-Χρύσανθος ἔγινε ἕνα μέ τούς λεπρούς. Ποτέ δέν «κόλλησε»τήν ἀρρώστια τους.
Κόλλησε ὁ ἴδιος
στίς πονεμένες καρδιές τους. Τό 1957 ἡ Σπιναλόγκα ἔκλεισε. Εἶχε βρεθεῖ πλέον τό
φάρμακο νά σωθοῦν ζωές. Ὁ παπάς ἔμεινε ἐκεῖ μέχρι νά φύγει καί ὁ τελευταῖος. Ὑγιής
ἀπόλυτα ὁ ἴδιος, τό σπίτι τοῦ θανάτου τό ἔκαμε σπίτι του. Ἔφυγε τό 1963, τελευταῖος
ἀπ᾿ ὅλους, γιά νά ἐπιστρέψει στό μοναστηράκι του. Στό ἀπάνεμο λιμανάκι πού τόν μεγάλωσε,
στήν Κυρά Παναγιά τήν Ἀκρωτηριανή. Ἡ νηστεία του ἦταν ἀπαράμιλλη. Ὅλη τή Σαρακοστή
κρατοῦσε μέ ἕνα ρόφημα ἀπό τά μυρίπνοα βοτάνια τῆς Κρήτης καί λίγα χόρτα. Κρέας
δέν ἔφαγε ποτέ στή ζωή του! Στήν τράπεζα τῆς μονῆς κατέβαινε μονάχα τό Σάββατο καί
τήν Κυριακή καί σέ ὅλη του τή ζωή ποτέ δέν ἔφαγε βράδυ. Μιά φορά τήν ἡμέρα ἔτρωγε,
τό μεσημέρι. Τίς ἄλλες μέρες, προσευχόμενος μέ αὐστηρή νηστεία καί περισυλλογή,
ἔμενε στό φτωχικό κελλί του.
Δέν εἶχε τίποτε δικό
του. Μάλιστα ἔλεγε ὁ ἡγούμενος, ὁ π.Φιλόθεος, πού τότε ἦταν νεαρός μοναχός καί εἶδε
τό περιστατικό καί χάρη στόν ὁποῖο μαθαίνουμε ἐμεῖς τόν ἅγιο γέροντα, πώς τά παπούτσια
του ἦταν ξεπατωμένα καί τά ράσα του μπαλωμένα. Ὁ τότε ἡγούμενος τῆς μονῆς πῆγε καί
τοῦ ἀγόρασε ἕνα ζευγάρι παπούτσια καί τόν ὑποχρέωσε νά τά φορέσει. Τήν ἄλλη μέρα
τό πρωΐ, βλέπουν τόν παπα-Χρύσανθο νά κατεβαίνει μέ τά χαλασμένα. Τρέχει ὁ ἡγούμενος
καί τοῦ τά τραβᾶ ἀπό τά πόδια καί τά πετᾶ. Ἔβαλε μετάνοια ὁ παπα-Χρύσανθος καί συνέχισε
σάν νά μήν εἶχε συμβεῖ τίποτε!
Κοιμήθηκε στήν μονή
σέ ἡλικία 82 ἐτῶν καί τό χῶμα τῆς Κρήτης σκέπασε τ᾿ ἁγιασμένο του κορμί. Ὁ παπα-Χρύσανθος
μέ τό πέρασμά του ἔγραψε ξέχωρη ἱστορία. Θά ἦταν ἄδικο νά τήν κρατήσω γιά τόν ἑαυτό
μου καί νά μήν σᾶς μιλήσω γι᾿ αὐτόν τόν ἁπλό, τόν φτωχό, τόν ἅγιο, τόν ἀξέχαστο
παπά. 

(Ἀρχιμανδρίτου Θωμᾶ Δ. Ἀνδρέου, Στό πέρασμα τοῦ χρόνου…, ἐκδ. ἀδελφοί Κυριακίδη Α.Ε., σ.111-115)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *