Λόγος στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ἅγιος Διάδοχος Φωτικής)

Uncategorized

Α’. Ἐλᾶτε τώρα οἱ ἱερεῖς τῶν Ἰουδαίων, γιατί εἶναι ὥρα γιά νικητήριους λόγους. Ἔλα ἐδῶ ἐσύ πού συγκεντρώνεις τά πλήθη καί εἶσαι καί κήρυκας τοῦ Χριστοῦ καί λέγε καί ζωγράφιζε ἔντονα μέ τήν ἀλήθεια σου πῶς οἱ πρῶτοι ἔδωσαν τό ἀργύριο τῆς κακοβουλίας τούς (Ματθ. κη’ 12) στούς στρατιῶτες, νομίζοντας πώς μέ τό ψέμα θά καλύψουν τήν μή ὁρατή ἀλήθεια. Λέγε ἀκόμη καί το πῶς τώρα οἱ λειτουργοί τοῦ Χριστοῦ παραδεχόμαστε τόν Κύριο, πού ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τούς νεκρούς καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς, καί τόν ἀποκαλοῦμε ἀδιάκοπα μέ καύχηση Σωτῆρα. Αὐτόν, πού Τόν δέχτηκαν οἱ οὐρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αὐτούς μέ θεῖο θαῦμα, καί πού ἡ γῆ, πού βαστάζεται ἀπό τή θέλησή Του, δέν μποροῦσε νά Τόν βαστάξει. Αὐτόν πού Τόν παρέλαβε φωτεινή νεφέλη ἐκπληρώνοντας φανερά τό περιεχόμενο τῆς προφητείας, καί οἱ Ἄγγελοι τόν συνόδευσαν μέ ὕμνους μέχρι τούς πατρικούς θρόνους, κράζοντας ἀκατάπαυστα: «Ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, Αὐτός εἶναι ὁ ἔνδοξος Βασιλιᾶς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αὐτόν, πού ὁ Ψαλμωδός προβλέποντας τήν ἄνοδό Του ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, φωτιζόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἔψαλλε: «Ἀνέβηκε ὁ Θεός μέσα σὲ ἀλαλαγμούς, ἀνέβηκε ὁ Κύριος μέ ἤχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αὐτός ὁ θεόπνευστος προέβλεπε καί τήν ὠδή τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων (Λουκ. β’ 14). Β’. Αὐτοί ὅμως πού καυχῶνται πώς ἔχουν πρόγονο τόν πιστότατο Ἀβραάμ -οἱ Ἰουδαῖοι- (Ιω. η’ 33) δέν παραδέχονται ὅτι ὁ Σωτῆρας ὅλων μας ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, νομίζοντας οἱ ταλαίπωροι ὅτι μέ ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά τήν ὡραιότητα της τόσο μεγάλης ἀλήθειας («διότι ὁ λόγος αὐτός ἔχει διαδοθεῖ μέχρι σήμερα μεταξύ τῶν Ἰουδαίων» – Ματθ. κη’ 15). Αὐτήν τήν ἀλήθεια οἱ μέν δαίμονες τήν ἀναγνώρισαν, οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως, πού ὁμολόγησαν ὅτι ὑποδέχτηκαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, δέν ἔχουν τήν πρόθεση νά τήν τιμήσουν οὔτε μέ λόγια, ἐνῶ ὁ Προφήτης λέει αὐτά: «Κύριε, Ἐσύ πού εἶσαι ὁ Κύριός μας, πόσο θαυμαστό εἶναι τό ὄνομά Σου σε,σέ ὅλη τή γῆ. Γιατί ἡ μεγαλοπρέπειά Σου ἔχει ἀνυψωθεῖ πιό ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς» (Ψαλμ. η’ 2). Καί πάλι λέει: «Ὑψώσου, Θεέ, ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς, κι ἡ δόξα Σοῦ ἄς καλύψει ὅλη τή γῆ» (Ψαλμ. νστ’ 5). Αὐτά βέβαια δέν θά μπορέσουν μέ κανέναν τρόπο νά τά διαστρέψουν οἱ σοφιστές τῆς ἀλήθειας, μ’ όποιον τρόπο κι ἄν φιλοσοφήσουν τό ψέμα τοῦ πατέρα τους -διαβόλου- (Ιω. η’ 44). Γιατί ὁ Κύριος, πού ἀνέβηκε καί ὑψώθηκε ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς, ἀνέβηκε στούς οὐρανούς ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ πρῶτα κατέβηκε στή γῆ. Γι’ αὐτό σέ ἄλλο σημεῖο ἀνήγγειλε ἀπό πρίν ὁ Προφήτης λέγοντας: «Κύριε, γεῖρε τούς οὐρανούς καί κατέβα. Ἄγγιξε τά βουνά καί θά βγάλουν καπνό, ἄναψε τήν ἀστραπή καί θά τούς σκορπίσεις» (Ψαλμ. ρμγ’ 5). Καί αὐτὸ τό ἔλεγε, προλέγοντας τήν καλή εἴδηση, σ’ αὐτούς πού ἀκόμη κάθονταν κάτω ἀπό τή σκιά τοῦ θανάτου, γιά τή συντριβή τῶν δυνάμεων τοῦ ἅδη, ἡ ὁποία, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκε ἀπό τήν ταφή καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί σέ ἄλλο πάλι κεφάλαιο ἔχουμε τόν ψαλμωδό νά λέει: «Ἀφοῦ ἀνέβηκε ὑψηλά, πῆρε τούς αἰχμαλώτους σέ αἰχμαλωσία, ἔδωσε δῶρα στούς ἀνθρώπους» (Ψαλμ, ξζ’ 19). Διότι, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μέ τήν Ἀνάστασή Του πῆρε τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τήν αἰχμαλωσία της στόν θάνατο καί ἀνέβηκε ἐπάνω στούς οὐρανούς, ἑτοίμασε -ὡς δῶρα- ὅπλα, γι’ αὐτούς πού θέλουν δικαιοσύνη (γιατί εἶναι βασιλιᾶς τῆς δόξας), ἀσφαλίζοντας μέ λογικούς θώρακες αὐτούς πού στρατολογοῦνται καθημερινά ἀπό Αὐτόν μέ τή σφραγῖδα τῆς δικαιοσύνης. Διότι Αὐτός ἔπρεπε νά συνθέσει, ἀπό τό στόμα τῶν νηπίων καί ὅσων μικρῶν θηλάζουν δοξολογία (Ψαλμ, η’ 3), γιά νά ἀποδοκιμάσει τελείως ἐκείνους πού ἀπό ὑπερηφάνεια νομίζουν ὅτι εἶναι τέλειοι. Διότι πραγματικά ἡ ταπείνωση εἶναι σφραγῖδα εὐσεβείας. Γι’ αὐτό καί ὅσοι δέν πείθονται ἀπό τήν προφητεία πού λέει πώς διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ θά κατασκηνώσουν στό φῶς των ζώντων, θά μαζέψουν τούς καρπούς τῆς ἀνοησίας τους.


Γ’. Ἐμεῖς, ὅμως, ἀδελφοί, ἄς μιλήσουμε καλά καί πάλι τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ, γιά νά δοῦμε μέ τά πνευματικά μάτια τόν Κύριο, πού ἀνέβηκε στούς οὐρανούς ἐπάνω σε νεφέλη. Ὁ λόγος με προτρέπει νά ἀποσιωπήσω προσωρινά τή μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων, γιά νά μή θεωρηθεῖ ἀπό τούς ἄφρονες ὅτι ὑποστηρίζω τὸν ἑαυτό μου, ἐνῶ κάθε λόγος τῶν Ἀποστόλων ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν προφητική ἀλήθεια (Β’ Πέτρ. α’ 19), γιατί ἀναγνωρίζεται ὅτι οἱ λόγοι τους εἶναι γεννήματα τῶν προφητικῶν λόγων. Πράγματι, ὅσα ὑπαινίχθηκαν οἱ Προφῆτες ἀπό πρόγνωση γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου, αὐτά τά κήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι ἀπό ἐπίγνωση μέ τήν ἔμπνευση τοῦ Ἰδίου Ἁγίου Πνεύματος. Διότι λέει «καθώς πλησιάζουν τά ἔτη θά ἀναγνωρισθεῖς, καθώς φτάνει ὁ καιρός θά ἀναδειχθεῖς» (Αββ. γ’ 2). Ἄς ποῦμε, λοιπόν, πάλι: «Κύριε, Ἐσύ πού εἶσαι ὁ Κύριός μας, πόσο θαυμαστό εἶναι τό ονομά Σου σέ ὅλη τή γῆ. Γιατί ἡ μεγαλοπρέπειά Σου ἔχει ἀνυψωθεῖ πιό ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς» (Ψαλμ. η’ 2), γιά νά γνωρίσουμε μέ σαφήνεια ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου καί ἡ ἐπάνοδός Του ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, τῆς ὁποίας σήμερα γιορτάζουμε τή μνήμη, γέμισε τόν κόσμο μέ τή γνώση τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅσον καιρό ὁ Χριστός ἦταν ἐπάνω στή γῆ, οἱ πολλοί εἶχαν μικρή ἰδέα γιά τό μεγαλεῖο τῆς δόξας Του. Ἐπειδή ὅμως ἀνέβηκε φανερά στούς οὐρανούς, καί ἐκπλήρωσε ὅπως ἔπρεπε ὅλη τή βούληση τοῦ Πατέρα, ὅλη ἡ κτίση γέμισε θαῦμα καί γνώση, βλέποντας τόν Κύριο τῶν ὅλων νά ἀνεβαίνει, δηλαδή νά ἀναλαμβάνεται. Γιατί σύμφωνα μέ τήν προφητεία σηκώθηκε, δηλαδή ὑψώθηκε πιό ἐπάνω ἀπό ὅλους τούς οὐρανούς ὡς ἄνθρωπος, καί ἀνέβηκε ὡς Θεός. Γιατί λέει, «Ἀνέβηκε ὁ Θεός μέσα σὲ ἀλαλαγμούς, ἀνέβηκε ὁ Κύριος μέ ἤχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).



Δ’. Ὁ Προφήτης ἀσφαλῶς δέν θά μποροῦσε νά χρησιμοποιήσει αὐτά τά λόγια, ἐάν δέν εἶχε προβλέψει τήν κάθοδό Του, χωρίς νά πλανηθεῖ, μέ τά μάτια τῆς προγνώσεως. Διότι, πῶς θά ἦταν ἑπόμενο νά πεῖ, «Θεέ, ὑψώσου ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς, καί ἡ δόξα Σοῦ ἄς καλύψει ὅλη τή γῆ» (Ψαλμ. νστ’ 5), ἤ ἐπίσης «ἀνέβηκε ὁ Θεός μέσα σὲ ἀλαλαγμούς» (Ψαλμ. μστ’ 6), ἐάν ὁ θεολόγος -Δαβίδ- δέν εἶχε θεωρήσει μέ τήν πρόγνωση τοῦ Πνεύματος καί τήν κατάβαση καί τήν ἀνάβασή Του; Γι’  αὐτό, ὅπως εἶπα πρίν, ἀλλοῦ λέει ὅτι ὑψώθηκε καί ἀλλοῦ ὅτι ἀνέβηκε, γιά νά πιστέψουμε ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι Θεός καί ἄνθρωπος σέ μιά ὑπόσταση. Γιά μέν τή θεότητα λέει ὅτι ἀνέβηκε, γιά τό σῶμα ὅμως λέει πώς ὑψώθηκε, δηλαδή ἀναλήφθηκε. Λοιπόν, ἀπό ὅλα αὐτά πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι ὁ Ἴδιος πού κατέβηκε εἶναι καί πού ἀνέβηκε ἐπάνω ἀπό ὅλους τούς οὐρανούς, γιά νά γεμίσει τά πάντα μέ τήν αγαθοσύνη Του καί γιά νά ὑψώσει τελείως τούς Ἀποστόλους Τοῦ ἀφοῦ πρῶτα τους ἐλευθερώσει ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας μέ τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιατί τί λέει; «Θεέ, ὑψώσου ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς, καί ἡ δόξα Σοῦ ἄς καλύψει ὅλη τή γῆ, γιά νά λυτρωθοῦν οἱ ἀγαπητοί Σου» (Ψαλμ. νστ 6, νθ’ 7). Διότι ἀγαπητοί τοῦ Κυρίου στ’ ἀλήθεια εἶναι κατά πρῶτο λόγο ἐκεῖνοι πού συμμερίστηκαν καθ’ ὅλα τό Πάθος Του καί ἔγιναν αὐτόπτες καί κήρυκες τῆς μεγαλειότητάς Του.


Ε’. Ὥστε, λοιπόν, οἱ Προφῆτες κήρυτταν ἕνα καί τόν Ἴδιο Κύριο, ἀλλά δέν συνέχεαν σέ μιά φύση τό σχῆμα τῆς σαρκώσεώς Του, ὅπως τώρα μερικοί -μονοφυσίτες- εἰσηγοῦνται. Αὐτοί χρησιμοποιοῦσαν βέβαια τούς ὅρους πού ἀναφέρονται στή θεότητά Του ὅπως ἁρμόζει σέ Θεό, ἐνῶ ἴσους ὅρους ἀναφέρονται στό σῶμα ὅπως ἁρμόζει σέ ἀνθρώπους, γιά νά διδάξουν μέ σαφήνεια ὅτι ὁ Κύριος πού ἀνέβηκε, δηλαδή πού ὑψώθηκε ἐπάνω ἀπό τούς οὐρανούς, ὅ,τι εἶναι ἀπό τόν Πατέρα ὑπάρχει, ὅ,τι δέ ἔγινε ἀπό τήν Παρθένο, μένει ἄνθρωπος, ἕνας στό πρόσωπο καί ἕνας στήν ὑπόσταση. Γιατί ὁ ἀσώματος Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ μορφοποίησε τὸν ἑαυτό Του ὅταν προσέλαβε σάρκα, ἀνέβηκε γι’ αὐτό φανερά, ἐκεῖ ἀπό ὅπου κατέβηκε ἀφανῶς καί σαρκώθηκε. Γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε μέ δόξα καί Τόν πίστεψαν ἐξ αἰτίας τῆς δυνάμεώς Του καί Τόν προσμένουν πάλι μέ φόβο νά πάρει στήν κάθοδό Του ὡς προφητική ὑπηρέτρια τή νεφέλη (Λουκ. κα’ 27). Γιατί καί τότε, προεῖπαν οἱ Προφῆτες, ὅτι θά Τόν ὑπηρετήσει νεφέλη, γιά νά φανεῖ πάλι νά βαστάξει τόν Κύριο πού ἔχει σῶμα μιά ὑλική καί ελαφρή οὐσία. Διότι βέβαια, ὅπως εἶπα, ὁ Κύριος βαστάζει τά σύμπαντα μέ τή βούλησή Του ὡς Θεός, ἀπό τή νεφέλη ὅμως θά βασταχθεῖ ἐπίσης ὡς ἄνθρωπος, ὥστε ὁ Κύριος πού ἀγαπᾷ τις ψυχές μας νά μή ἀρνηθεῖ οὔτε καί τότε τούς νόμους τῆς φύσεως τήν ὁποία προσέλαβε.


ΣΤ’. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος (Α’ Θέσ. δ’ 17) μᾶς δίδαξε ἐπιπλέον ὅτι καί οἱ ἅγιοι θά ἁρπαχθοῦν μέσα σὲ νεφέλες, ὅταν θά ἔρχεται ὁ Κύριος πού περιμένουμε ἐπάνω σε,σέ νεφέλη. Διότι, ὅ,τι ἁρμόζει στόν Θεό πού σαρκώθηκε ἐξ αἰτίας τοῦ σώματός Του, αὐτό θά συμβεῖ καί σ’ ἐκείνους πού ἐξ αἰτίας τῆς πλούσιας Χάρης Του θά θεωθούν, ἀφοῦ ὁ Θεός φιλοτιμήθηκε νά κάνει θεούς τούς ἀνθρώπους. Λοιπόν, κανένας, ἀδελφοί, νά μή ὑποθέτει ὅτι ἡ πυκνότητα τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁποία προσέλαβε κατ’ οὐσία ὁ ἅγιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναγνωρίζεται, ἔχει ἀλλοιωθεῖ ἀπό τή λάμψη τῆς θείας καί ἔνδοξης οὐσίας Του, σύμφωνα μέ τήν ἀλήθεια γιά τίς δύο φύσεις πού ὑπάρχουν σ’ Αὐτόν ἀχώριστα. Διότι ὁ ἔνδοξος Υἱός τοῦ Θεοῦ δέν σαρκώθηκε γιά νά πλανήσει τό πλάσμα Του, ἀλλά γιά νά ἀφανίσει τελείως μέ τήν κοινωνία μαζί του τήν ἕξη πού μέσα στόν ἄνθρωπο ἔσπειρε τό φίδι (δηλαδή ὁ διάβολος). Ὥστε ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἄλλαξε τήν ἕξη καί ὄχι τή φύση, ὥστε νά ξεντυθοῦμε τή μνήμη του  καί νά ντυθοῦμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὄχι μέ τό νά ἀλλάξουμε σέ κάτι πού δέν ἤμασταν, ἀλλά νά ἀνανεωθοῦμε μέ δόξα σέ κάτι πού ἤμασταν, μέ τήν ἀλλαγή.


Σ’ Αὐτόν, λοιπόν, ἀνήκει ἡ δοξολογία καί τό κράτος, σ’ Αὐτόν πού κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς χωρίς νά φαίνεται καί ἀνέβηκε φανερά στούς οὐρανούς, σ’ Αὐτόν πού ὑπάρχει πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες καί τώρα καί πάντοτε καί στούς ατέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.


(P.G. 65,1141-1148)
(Απόσπασμα από το βιβλίο “Από την Ανάσταση του Χριστού
στην Πεντηκοστή”, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *