Τῌ 12η ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Ἐπισκόπου Κωνσταντίας τῆς Κύπρου

Uncategorized
(ἀφιέρωμα στόν ἅγιο Ἐπιφάνιο- Ἱερό Κοινόβιο Ὁσίου Νικοδήμου)


 Κύπρος, μέσα στό διάβα τῶν αἰώνων,
χαρακτηρίσθηκε ἀπό ἱστορικούς καί χρονογράφους «Ἁγία Νῆσος», ἡ «Νῆσος τῶν Ἁγίων».
Πρώτη ἡ εὐλογημένη Κύπρος, ἀπ᾿ ὅλα τά μέρη τοῦ ἀρχαίου κόσμου, εἶχε τό προνόμιο
νά δεχθεῖ στά χώματά της τήν ἐπίσκεψή τριῶν Ἀποστόλων: τοῦ Παύλου, τοῦ Βαρνάβα
καί τοῦ Μάρκου, καί νά ἀκούσει ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τους τό χαρμόσυνο μήνυμα τοῦ
Εὐαγγελίου. Καί ὁ σπόρος τοῦ Εὐαγγελίου βρῆκε πρόσφορο ἔδαφος. Ἔτσι ἡ Ἀποστολική
Ἐκκλησία τῆς Κύπρου _μιά ἀπό τίς ἀρχαιότερες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες_ ἔχει
πράγματι νά ἐπιδείξει «χορείαν ἁγίων ἀνδρῶν, ἀσκητῶν καί μαρτύρων τῆς Πίστεως ἐν
τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (ἑξακόσιοι περίπου εἶναι οἱ ἐπώνυμοι
καί ἀνώνυμοι Ἅγιοί της). Κατά μία ἐκδοχή αὐτό ὀφείλεται καί στή γειτνίαση τῆς ἁγιοτόκου
νήσου μέ τούς Ἁγίους Τόπους. Οἱ πιστοί μποροῦσαν μέ μεγάλη εὐκολία νά ἐπισκεφθοῦν
τά Ἱεροσόλυμα. Ἐπίσης εἶχαν τήν δυνατότητα νά ἔρθουν ἀπό ἐκεῖ πολλοί χριστιανοί
καί νά ἀσκητέψουν σέ ἀπόμερα μέρη τῆς Κύπρου, νά διαδόσουν τόν θεῖο λόγο τοῦ
Θεοῦ καί ταυτόχρονα νά γίνουν παράδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς στούς κατοίκους της.
(Σύμφωνα μέ κυπριακή ἁγιολογική παράδοση μιά ὁμάδα τριακοσίων μοναχῶν μέ τό ὄνομα
Ἀλαμάνοι _πιθανότατα ἀπό τό ὄρος Ἀμανός, φυσικό σύνορο Μ. Ἀσίας καί Βόρειας
Συρίας, τό ὁποῖο ὑπῆρξε μοναστικό κέντρο ἀπό τόν 6ο μέχρι τόν 13ο
αἰ.,_ ἦρθαν στό νησί σέ ἀπροσδιόριστη ἐποχή καί ἔζησαν σέ διάφορα μέρη ζωή ἀσκητική,
γεγονός πού ἐπιβεβαιώνει τήν παραπάνω ἄποψη).
ἅγιος Ἐπιφάνιος δέν ἦταν Κύπριος στήν καταγωγή. Ὁ
λαμπρός αὐτός φωστήρας τῆς Ἐκκλησίας _τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορτάζεται στίς 12
Μαΐου
_ εἶχε γιά πατρίδα του τήν Βησανδούκη (χωριό κοντά στήν Ἐλευθερούπολη
τῆς Παλαιστίνης). Γεννήθηκε γύρω στό 310 ἀπό γονεῖς Ἰουδαίους καί εἶχε μία ἀδελφή,
τήν Καλλίτροπο. Σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα καί υἱοθετήθηκε ἀπό
ἕναν νομοδιδάσκαλο, ὀνόματι Τρύφωνα, κοντά στόν ὁποῖο ἔμαθε πολύ καλά τόν ἰουδαϊκό
νόμο ἀλλά καί πέντε γλῶσσες, τήν ἑλληνική, ἑβραϊκή, λατινική, συριακή καί
κοπτική, φαινόμενο ἐκπληκτικό γιά τήν ἐποχή ἐκείνη.
Τόν Χριστιανισμό ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τόν γνώρισε
στά δεκαέξι του χρόνια ὕστερα ἀπό ἕνα μεγάλο θαῦμα. Κάποια ἡμέρα πού πήγαινε νά
ἐπισκεφθεῖ τά κτήματά του γνώρισε ἕναν χριστιανό μοναχό, τόν Λουκιανό, ὁ ὁποῖος,
ὅταν συνάντησε ἕναν πτωχό πού τοῦ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη καί ἐπειδή δέν εἶχε τίποτε
ἄλλο νά τοῦ δώσει, ἔβγαλε καί τοῦ ἔδωσε τόν ἐξωτερικό χιτώνα του, λέγοντάς του:
«Πήγαινε, πώλησέ το καί ἀγόρασε ψωμί». Ὁ 
ἅγιος Ἐπιφάνιος εἶδε τή στιγμή ἐκείνη λευκή στολή νά
κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό καί νά σκεπάζει τόν Λουκιανό. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ σκέπασε
καί τόν Ἐπιφάνιο, ὁ ὁποῖος, πέφτοντας στά πόδια τοῦ Λουκιανοῦ, ρώτησε καί ἔμαθε
ὅτι ἦταν χριστιανός. Τό οὐράνιο αὐτό σημεῖο ἦρθε νά ἐπιβεβαιώσει τόν θαυμασμό
πού ἔτρεφε γιά τόν Χριστιανισμό ἀπό τήν ἐποχή πού, μικρό παιδάκι ἀκόμη δέκα ἐτῶν,
κάποιος ἐνάρετος χριστιανός τόν ἔσωσε μέ θαυμαστό τρόπο ἀπό τό ἀφηνιασμένο ὑποζύγιό
του, γιατρεύοντας πάραυτα μέ τό σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ τήν πληγή στό
χτυπημένο πόδι του. Ζήτησε τότε νά βαπτισθεῖ καί νά γίνει δεκτός στό ἰσάγγελο
τάγμα τῶν μοναχῶν. Μαζί μέ τήν ἀδελφή του, ἀφοῦ κατηχήθηκε, ἔλαβε τό ἅγιο
Βάπτισμα ἀπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλης. Ὕστερα, πώλησε τά πάντα καί διαμοίρασε ὅλα
τά ὑπάρχοντά του στούς πτωχούς. Στή συνέχεια τακτοποίησε τήν ἀδελφή του σέ
γυναικεῖο μοναστήρι καί ὁ ἴδιος ἀκολούθησε τόν Λουκιανό στό δικό του μοναστήρι.
Ἐκεῖ ἔγινε μαθητής τοῦ ἁγίου Ἰλαρίωνος, τήν αὐστηρή ἀσκητική πολιτεία τοῦ ὁποίου
μιμήθηκε πιστά σέ ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του συνδεόμενος μαζί του μέ ἰσόβια
πνευματική φιλία.
ἅγιος Ἐπιφάνιος ταξίδεψε ἀργότερα στήν Αἴγυπτο,
κατ᾿ ἐξοχή χώρα τοῦ μοναχισμοῦ, ἔχοντας τήν ἐπιθυμία νά γνωρίσει τήν βιοτή τῶν
πρώτων πατέρων καί διδασκάλων τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ἐκεῖ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ
διάφορες θρησκευτικές καί αἱρετικές ὁμάδες καί συγκέντρωσε ὑλικό γιά τό μνημειῶδες
ἔργο (τό «Πανάριον») πού συνέταξε κατά τό τέλος τῆς ζωῆς του.

Ἐπιστρέφοντας στήν Παλαιστίνη μετά ἀπό τέσσερα χρόνια ἵδρυσε
μοναστήρι, τό ὁποῖο διηύθυνε μέ σοφία γιά τριάντα χρόνια, ἀσχολούμενος μέ τή
διαποίμανση τῶν μοναχῶν, τήν προσευχή καί τήν μελέτη. Ἀπέκτησε μεγάλη φήμη ἁγιότητας
καί πνευματικότητας κάνοντας πολλά, μεγάλα καί ἐξαίσια θαύματα. Ἐπειδή ἔγινε
περιβόητος σέ ὅλη τήν Αἴγυπτο, θέλοντας νά ἀποφύγει τήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο
καί ἔχοντας παράλληλα τήν ἐπιθυμία νά συναντηθεῖ μέ τόν πνευματικό του πατέρα,
τόν ἅγιο Ἰλαρίωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀναχωρήσει στήν Κύπρο (εἶχε ἀποσυρθεῖ σέ
σπήλαιο στήν περιοχή τῆς Πάφου), ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος πῆγε στό νησί
περί τό 367. Παρέμεινε μαζί του δύο μῆνες καί ὅταν θέλησε νά ἐπιστρέψει στήν
Παλαιστίνη, ὁ ἅγιος Ἰλαρίωνας τόν συμβούλευσε νά μήν πάει ἐκεῖ, ἀλλά νά μεταβεῖ
στή Σαλαμίνα ὅπου θά ἔβρισκε τόπο κατάλληλο γιά νά κατοικήσει. «Πήγαινε», τοῦ εἶπε,
«καί μή παρακούσεις στά λόγια μου μήπως κινδυνεύσεις ἀπό τή θάλασσα». Ὁ ἅγιος
Ἐπιφάνιος ὅμως δέν τόν ἄκουσε καί θέλησε νά ἐπιστρέψει στήν Γάζα τῆς
Παλαιστίνης. Ἐπιβιβάστηκε λοιπόν στό καράβι πού ταξίδευε γιά ἐκεῖ, ἀλλά μιά
φοβερή θαλασσοταραχή πού διήρκεσε ἕνα τριήμερο, ἀνάγκασε τό πλοῖο νά ἀγκυροβολήσει
στή Σαλαμίνα γιά ἐπισκευή. Κατά τήν παραμονή του ἐκεῖ ὁ Ἅγιος μέ τούς συνοδούς
του πῆγε στήν ἀγορά γιά νά πάρει σταφύλια. Τήν ὥρα πού ἑτοιμαζόταν νά πληρώσει,
στάθηκε μπροστά του ὁ γέροντας ἐπίσκοπος Κυθραίας Πάππος μέ δύο διακόνους του
καί τοῦ εἶπε νά τούς ἀκολουθήσει στήν ἐκκλησία. Ἐκεῖ τόν ὁδήγησαν στό Ἅγιο Βῆμα
καί χειροτονήθηκε σχεδόν μέ τή βία διάκονος. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἔγινε ἡ
χειροτονία του σέ πρεσβύτερο καί τήν τρίτη σέ Ἐπίσκοπο. Ἔτσι χωρίς νά τό θέλει
καί δίχως νά τό ἐπιδιώξει ἐπιλέχθηκε ἀπό τόν ὅσιο ἐπίσκοπο Χύτρων Πάππο καί ἐνθρονίστηκε
στόν κενό θρόνο τῆς Σαλαμίνας[1]. Ἐπαληθεύθηκε ἔτσι ἡ
πρόρρηση τοῦ Μ. Ἰλαρίωνα ὅτι θά βρεθεῖ ἐκεῖ τόπος κατάλληλος γιά νά κατοικήσει.
Καί ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἦταν βαθιά περίλυπος γιά τό γεγονός αὐτό
συλλογιζόμενος τό βάρος τῆς ἀρχιεροσύνης, ὁ Πάππος ἀναγκάσθηκε νά τοῦ ἀποκαλύψει
ὅτι ἡ χειροτονία του εἶχε γίνει μέ θεία παρέμβαση. «Ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι», τοῦ εἶπε,
«μοῦ ἀνέθεσαν νά βρῶ τόν πιό ἱκανό καί ἄξιο γιά νά χειροτονηθεῖ Ἀρχιεπίσκοπος.
Κι ἐνῶ προσευχόμουν, ἕνα φῶς ἄστραψε μέσα στό κελλί μου καί ἄκουσα μιά φωνή νά
μοῦ λέει νά κατεβῶ στήν ἀγορά καί νά χειροτονήσω γιά Ἐπίσκοπο Σαλαμίνας τόν
μοναχό πού θά ἔβρισκα νά ἀγοράζει σταφύλια. Τό πρόσωπό του μοιάζει μέ τή μορφή
τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου καί τό ὄνομά του εἶναι Ἐπιφάνιος».
Κατά τά τριανταέξι 
χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος  ἐπέδειξε ὑποδειγματικό ζῆλο στήν διαποίμανση
τῆς ἐπισκοπῆς του καί τήν στερέωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὄχι μόνο στήν Κύπρο ἀλλά
καί σέ ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσμο. «Ἦν δέ ἔθος Ἐπιφανίῳ ἐν ταῖς χερσίν αὐτοῦ
κρατεῖν τά ἅγια Εὐαγγέλια νυκτός καί ἡμέρας διδάσκειν τόν θεῖον λόγον».  Ἡ ἀσκητική του φυσιογνωμία, ἡ ἁγιότητα τοῦ
βίου του, οἱ ποιμαντικές ἀρετές του καί ἡ πατρική ἀγάπη του γιά τό ποίμνιό του,
ἡ θεολογική συγκρότηση καί ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος ἔγιναν ἀφορμή νά διαδοθεῖ
ὁ Χριστιανισμός παντοῦ στήν Κύπρο καί νά συμβάλει προσωπικά ὁ ἴδιος στόν ὁριστικό
ἐκχριστιανισμό της. Καταπολέμησε μέ σθένος τίς αἱρέσεις καί τήν εἰδωλολατρία
καί προάσπισε μέ πάθος τήν Ὀρθοδοξία μέ τή συνδρομή τοῦ Μ. Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος
μάλιστα ἐξέδωσε τό ἑξῆς διάταγμα: «Εἴ τις τῷ πατρί Ἐπιφανίῳ τῷ ἐπισκόπῳ τῶν
Κυπρίων χώρας οὐχ ὑπακούει διά τῶν θείων λόγων, ἐξερχέσθω τῆς νήσου, καί ὅπου
θέλει κατοικείτω».
Γιά τήν μεγαλύτερη ἐμπέδωση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῆς εὐσεβείας
ἅγιος Ἐπιφάνιος εἰσήγαγε στήν Κύπρο τό ἀσκητικό ἰδεῶδες καί ὀργάνωσε
τόν μοναχικό βίο στό νησί. Ὁ ἴδιος μετέτρεψε τό ἐπισκοπικό μέγαρο σέ μοναστήρι
διάγοντας κοινοβιακή ζωή μέ περισσότερους ἀπό ἑξήντα κληρικούς καί προκαλώντας ἔτσι
τόν γενικό θαυμασμό καί σεβασμό. Ὄχι μόνο ἀπό τή Συρία ἀλλά ἀπό παντοῦ ἔρχονταν
μοναχοί γιά νά ἐγκατασταθοῦν στήν Κύπρο καί νά τεθοῦν ὑπό τήν πνευματική του
καθοδήγηση. Μεριμνοῦσε γιά τούς πτωχούς καί τούς ἀδυνάτους, δίδασκε καί
θαυματουργοῦσε καί καθημερινά «ἐγένετο πενήτων χορηγός, ὀρφανῶν βοηθός, χηρῶν
προστάτης, καταπονουμένων λυτρωτής, γυμνῶν σκέπη». Τόσο πολύ τόν εἶχε ἐπισκιάσει
ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἀναφέρεται ὅτι κατά τήν ὥρα πού ὁ Ἅγιος τελοῦσε τό μυστήριο
τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τή στιγμή τῆς μετουσίωσης τῶν Τιμίων Δώρων, ἔβλεπε ὁρατό
τό Ἅγιο Πνεῦμα νά κατέρχεται καί νά τά ἁγιάζει.
Ὡς Ἐπίσκοπος Κύπρου ἔλαβε μέρος στή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο
πού συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη τό 381 μαζί μέ ἄλλους τέσσερεις Κύπριους ἐπισκόπους.
Τό Σύμβολο τῆς Πίστεως τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου φέρει καί τή δική του
θεολογική ταυτότητα. Ὁ ρόλος ἐξάλλου πού διαδραμάτισε στήν ἀνύψωση τοῦ κύρους τῆς
Ἐκκλησίας Κύπρου στήν διάρκεια τῆς μακρᾶς θητείας του ἦταν τόσο μεγάλος ὥστε
δικαίως χαρακτηρίσθηκε ὡς «πατήρ τοῦ Κυπριακοῦ Αὐτοκεφάλου».
Ἡ ἐκρίζωση τῶν αἱρέσεων ἀπετέλεσε κύριο μέλημα τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου
καί τάχθηκε ἀνεπιφύλακτα κατά τῶν ἀπόψεων τοῦ Ὠριγένη, τόν ὁποῖο θεωροῦσε
πατέρα τοῦ ἀρειανισμοῦ καί ὅλων τῶν αἱρέσεων. Ἡ σύγκρουση τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας
Θεοφίλου μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, ἐνέπλεξε καί τόν Ἐπιφάνιο Κύπρου
καί εἶναι γνωστή ἡ ἀντιπαλότητα πού ἀναπτύχθηκε τότε μεταξύ τῶν δύο κορυφαίων ἁγίων
καί πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τά ἔργα τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου καταλαμβάνουν τρεῖς
τόμους τῆς Ἑλληνικῆς Πα­­­­­­τ­­ρο­­­­­­λογίας τοῦ Migne (41,42,43). Τά
σπουδαιότερα συγ­­­­­­­­­γράμματά του εἶναι ὁ «Ἀγκυρωτός» καί τό «Πανάριον».
Τό πρῶτο εἶναι ἕνα ἄριστο σύγγραμμα δογματικῆς Θεολογίας. Προβάλλει κατά τρόπο
συστηματικό τήν ὀρθόδοξη δι­­­­­δασκαλία τῆς Ἐκκλησίας «ὡς ἄγκυραν» μέσα στίς
ταραχές πού προκαλοῦσαν οἱ ἀρειανικές καί ἄλλες αἱρετικές ἐπιθέσεις (ὁ τίτλος
τοῦ βιβλίου θέλει νά τονίσει ὅτι οἱ πιστοί δέν πρέπει νά «περιφέρονται παντί ἀνέμῳ
τῆς διδασκαλίας»).
Πιό σημαντικό ἔργο εἶναι τό σύγγραμμά του ἐναντίον τῶν αἱ­ρέσεων
μέ τίτλο «Πανάριον», δηλ. ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἱερός συγγραφέας ἐξηγεῖ «φαρμακοθήκη,
κιβώτιον τό ὁποῖον περιέχει σωτηριώδη φάρμακα πρός θεραπείαν ἀπό τῶν δηγμάτων
(δαγκώματα) τῶν θηρίων καί ἑρπετῶν (αἱρέσεων)». Στό ἔργο αὐτό ἀναφέρονται,
περιγράφονται καί ἀντικρούονται περί τίς ὀγδόντα αἱρέσεις, πολλές ἀπό τίς ὁποῖες
μᾶς εἶναι γνωστές μόνο μέσα ἀπό τό ἔργο αὐτό.
Ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου ἀποσκοπεῖ στό νά διαφυλάξει
τό ποίμνιο τῆς Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν αἵρεση, ἡ ὁποία
ταυτίζεται μέ τήν αἰώνια ἀπώλεια
καί νά τό ὁδηγήσει στήν ὀρθή λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία
ταυτίζεται μέ τή σωτηρία. Κυρίαρχη θέση στό συγ­­­­γραφικό ἔργο του κατέχει ἡ
ἀποσαφήνιση καί ἀνάπτυξη τοῦ Τριαδολογικοῦ δόγματος, τό ὁποῖο εἶναι ἡ
πεμπτουσία τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Κύπρο (12 Μαΐου
403) ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ σέ ἡλικία
93 ἐτῶν. Φθάνοντας τό πλοῖο στή Σαλαμίνα «σκότος ἐπέπεσεν ἐπί τήν πόλιν…» μέ
τήν εἴδηση τοῦ θανάτου του. Μέ μεγάλη θλίψη ἕνα μεγάλο πλῆθος μέ λαμπάδες στό
χέρι ὑποδέχθηκε τόν ποιμένα του καί τόν συνόδευσε μέ δάκρυα μέχρι τόν ναό πού εἶχε
ἀρχίσει νά κτίζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἅγιο. Ἐπί ἑπτά ἡμέρες πλῆθος πιστῶν ἀπ᾿ ὅλη
τήν Κύπρο συνέρρεαν γιά νά τόν προσκυνήσουν.
Τό λείψανο τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκε ἐπί Λέοντος Στ΄ (886-912)
στήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ τιμία κάρα του φυλάσσεται σήμερα στήν Ἱερά Μονή
Κύκκου. Ὁ μεγάλος αὐτός ὅσιος καί θαυματουργός, ἐπίσκοπος τῆς Κωνσταντίας καί ἀρχιεπίσκοπος
τῆς Κύπρου, ἀπό τό 367 ὥς τό 403, τιμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τόν λαό τοῦ νησιοῦ. Ἰεροί
ναοί καί παρεκκλήσια ἀφιερώθηκαν στόν ἅγιο Ἐπιφάνιο (σήμερα στήν Κύπρο
σώζονται 22 ἐκκλησίες πού εἶναι ἀφιερωμένες σέ αὐτόν) ἐνῶ δύο χωριά τῆς ἐπαρχίας
Λευκωσίας φέρουν τό ὄνομά του. Ἡ μορφή τοῦ Ἁγίου ἀπεικονίστηκε σέ ναούς σέ ὁλόκληρο
τόν χριστιανικό κόσμο ἀλλά καί σέ σφραγίδες ἀρχιεπισκόπων τοῦ νησιοῦ, ἐνῶ ὁ
τάφος του ἔγινε ἀπό νωρίς ἀντικείμενο μεγάλης λατρείας.
ἅγιος Ἐπιφάνιος καθιερώθηκε διαχρονικά στή
συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ὡς «τό τεῖχος καί τό κλέος» τῶν
Κυπρίων ἀλλά καί ὡς «ὁ φωστήρ τῆς Οἰκουμένης». Κατέστη οἰκουμενικός
Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας καί κοσμήθηκε μέ τήν προσωνυμία «μέγας».
Στούς δυσχείμερους πνευματικά καιρούς πού διερχόμεθα σήμερα,
κατά τούς ὁποίους ἡ Ὀρθοδοξία ἀπειλεῖται θανάσιμα ἀπό τόν Οἰκουμενισμό _τήν
μεγαλύτερη αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν_ εἴθε ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του νά γίνεται
καθημερινά παράδειγμα καί τῆς δικῆς μας ζωῆς καί μαρτυρία ὀρθῆς πίστης.


[1].
(ἡ Σαλαμίνα, ἀρχαία πόλη τῆς Κύπρου, κτισμένη ἀπό τόν Τεῦκρο τόν 10ο
αἰ. π.Χ., καταστράφηκε ἀπό δύο φοβερούς σεισμούς, τό 332 καί 342. Τήν ἀνοικοδόμησε
καί πάλι ὁ Κωνστάντιος _γυιός τοῦ Μ. Κωνσταντίνου_ καί ἔκτοτε ὀνομάσθηκε Κωνσταντία. Τόν Χριστιανισμό
στήν Σαλαμίνα εἶχε κηρύξει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ τόν Ἀπόστολο Βαρνάβα. Ἡ Κωνσταντία
ἦταν ἡ μητρόπολη τῆς Κύπρου καί ἡ ἕδρα τοῦ πρώτου της Ἐπισκόπου, καί εἶχε ὑπό τήν
ἐποπτεία της δεκατέσσερεις ἐπισκοπές)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *